Santeos

ΕίσοδοςΕγγραφή
santeos1.mylivepage.com

Καρά-καπάν
Γέφυρα σον Γιάμπολη
Χαμελέτε σον Γιάμπολη
Ο Μύλος τη Πιστόφ
Ισχανάντων- Πινατάντων- Τερζάντων
Είσοδος σον Πιστοφάντων
Πιστοφάντων
Σχολείο σον Πιστοφάντων

Εξωτερικές συνδέσεις:

Our site is at APN Greece Directory
free counters
Επιστροφή στην αρχικήsanteos1.mylivepage.com / ΠΟΝΤΟΣ:ΙΣΤΟΡΙΑ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ / Ιστορια / Οι Νεότουρκοι σε δράση

Οι Νεότουρκοι σε δράση

0.00 (0)

Στα 1908 ξέσπασε ή επανάσταση των Νεότουρκων κι άρχισε νά γράφεται ή πιο μεγάλη τραγωδία του Πόντου — τελευταία φάση — αλλά μ' ένα τρόπο παράξενο, γιορταστικό, έτσι πού κα­νείς δεν κατάλαβε το τι γινόταν.

 Οι νέες ιδέες πού κήρυξαν οι επαναστάτες πετάχτηκαν σαν ένα πολύχρωμο βεγγαλικό πού θάμ­πωσε όλο τον κόσμο αλλά καί τούς Ρωμιούς, χωρίς νά υποψια­στούν ότι θα έπεφτε στο δικό τους σπιτικό καί θα τούς ρήμαζε.

Abdul Hamit

 Από τή θεσσαλονίκη ξεκίνησε τό κίνημα των Νεότουρκων — Έμβέρ, Ταλαάτ — κι' ανάγκασε τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ, όχι μονάχα νά δώσει Σύνταγμα στον τούρκικο λαό, άλλα κι' ελευθερίες σ' όλες τις φυλές της αυτοκρατορίας πού από εδώ καί πέρα θα ήσαν ίσοι απέναντι στους νόμους καί θάχαν τά ίδια δικαιώματα μέ τούς Τούρκους, θα έστελναν τούς βουλευτές τους στη Βουλή καί θα ήσαν όχι πια οι παρακατιανοί, αλλά ίσοι καί αδελφοποιητοί μέ τούς αφέντες, τούς μπέηδες καί τούς αγάδες.

Χαρά καί αγαλλίαση συγκλόνισε όλη τήν Τουρκιά άπ' άκρη σ' άκρη, διαδηλώσεις, μουσικές, φανφάρες κι’ αγκαλιάσματα ανά­μεσα σέ Τούρκους καί Ρωμιούς, Αρμένηδες, Εβραίους, Τσερκέζους — χαλούσε ο κόσμος ολούθε — περνούσε ο στρατός μέ τις μπάντες, τά κλαρινέτα, τά τρομπόνια, τά ταμπούρλα κι' ακολου­θούσε ο λαός σέ παραλήρημα γιά το μεγάλο καλό πού ερχότανε στη χώρα.

 Γιασασίν χουριέτ

έταλάτ, μουσαβάτ.

 Μέ πολύ μεγάλη ικανοποίηση έβλεπε και ή Ευρώπη τήν αλ­λαγή. Επί τέλους — έλεγαν εκεί πέρα — γινόταν  ή Τουρκιά ένα κράτος συγχρονισμένο, ξόρκισε τά κακά δαιμόνια κι έμπαινε πια στην οικογένεια των πολιτισμένων κρατών του κόσμου.

Όχι πια βία, όχι απολυταρχία, ούτε κατατρεγμοί των ραγιάδων ή σφα­γές των Αρμένηδων, πού βάζαν κάθε τόσο σε στενοχώριες και πονοκεφάλους τις κυβερνήσεις της Ευρώπης.

Έτσι ήταν ή βιτρίνα. 'Από πίσω, όμως, oι πρωταγωνιστές της φαντασμαγορίας ακόνιζαν τά μαχαίρια και κατάστρωναν τό πρόγραμμα του αφανισμού της Χριστιανοσύνης, πού τό Κομιτάτο των Νεότουρκων «Ένωσις και Πρόοδος» ανάλαβε νά βάλει σ' εφαρμογή, προσεκτικά, μεθοδικά, μέ σύστημα και πίστη.

 Αντι­πρόσωποι στελνόντουσαν σ' όλο τό δοβλέτι μέ σκοπό νά κατηχή­σουν τόν λαό τους και νά τόν προετοιμάσουν γιά τό μεγάλο έργο.

 Έπρεπε oι αγαθοί μουσουλμάνοι νά καταλάβουν, επί τέλους, ότι ο μέγας Πορθητής έκανε τό πολύ μεγάλο λάθος νά μη κατασφάξει όλους τούς Χριστιανούς κι αυτό τό λάθος ήλθε ή ώρα νά διορθωθεί  μέ τή βοήθεια του Αλλάχ και των πιστών του.

Ή κατήχηση αυτή γινόταν μυστικά κι ήταν καλοπρόσδεχτη  από ένα μεγάλο μέρος του τούρκικου λαού πού, άλλωστε, δεν έ­νοιωθε αλλιώτικα τήν λευτεριά παρά μονάχα σαν δικαίωμα νά σφάζει τόν γκιαούρη, όπως γινότανε παλιά κι όπως συμβούλευε τό ιερό Κοράνι.

 Οι Ρωμιοί δεν έμπαιναν σέ υποψία γιά όλα αυτά, κι' άρχισαν μόνο κάτι νά καταλαβαίνουν όταν, υστέρα άπ' τά βεγγαλικά — ελευθερία, δικαιοσύνη, ίσότης — ακούστηκε ένα καινούργιο σύνθημα παράτονο: «Ή Τουρκία γιά τούς Τούρκους»!

Mehmet Talat pasha

 Απανωτά ήλθαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι και τότε έπεσε πολύ λάδι στη φωτιά. Στραπατσαρίστηκε ή Τουρκιά άπ' τόν ελληνικό στρατό — τούς Γιουνανλήδες — και δεν χρειάστηκε μεγάλος κόπος νά φορτωθεί ή αιτία στους ραγιάδες. Αυτοί oι γκιαούρηδες, λέγαν, πού ζούσαν στον χώρο της αυτοκρατορίας — Μακεδονία, Θράκη — πρόδιδαν αισχρά και σφάζαν τούς ευεργέτες Τούρκους  έτσι υπονομευόταν ή δύναμη του τούρκικου στρατού, πού άδικα των αδίκων νικήθηκε σ' εκείνους τούς πολέμους.

Τά λέγαν αυτά oι Τούρκοι υπεύθυνοι της ήττας και τά διαδίδανε μέ τρόπο, όχι μονάχα γιά νά περισώσουν τό γόητρο και τον στραπατσαρισμένο εγωισμό τους, αλλά και γιά νά φουντώ­σουν, όσο γινόταν περισσότερο, το μίσος πού τους ήταν απαραίτητο για τους πλατύτερους σκοπούς τους.

Ήταν, λοιπόν, κατάλληλη ή ευκαιρία ν' αρχίσει το έργο, αλλά γιά τήν ώρα, έμπαιναν σ' εφαρμογή μέτρα πιο μαλακά — τα οικονομικά — εμπορικοί αποκλεισμοί, άγριο ξάφρισμα των πε­ριουσιών, φόροι και κάθε είδους εισφορές. Αύριο, μεθαύριο, σίγου­ρα θα βρισκόταν καμιά άλλη ευκαιρία για μέτρα πιο ουσιαστικά και ριζικά.

 Κι αυτή δεν άργησε.

Μέ βήματα γοργά έφτασε ο μεγάλος πόλεμος και τώρα πού ή Ευρώπη θα ήταν απασχολημένη μέ το δικό της μακελειό, νά η καλή περίσταση νά μπει μπροστά ολόκληρο το ιερό κι' εθνοσωτήριο πρόγραμμα των Νεότουρκων.

 Το ψέμα ήταν πάντα ένα πο­λύτιμο εθνικό τους όπλο και μ' αυτό προ πάντων φανάτιζαν τον λαό τους. Προκηρύξεις άρχισαν νά κυκλοφορούν, γεμάτες μίσος, πού έλεγαν γιά δήθεν κακουργήματα των Ελλήνων και απειλού­σαν μ' εξόντωση τή ρωμιοσύνη. Μιά άπ' αυτές καταχωρήθηκε στη «Μαύρη Βίβλο» — Έκδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου — άπ' όπου και τήν μεταφέρω:

«Ω αχάριστοι Ρωμιοί! Από 600 ετών συζήσαμε ώς συμπατριώται, αλλά κατά τον παρελθόντα Βαλκανικό πόλεμον, αι τυραννίαι πού υπέστησαν έκ μέρους σας οι έν Μακεδονία αθώοι Τούρκοι, ούτε εις τον Μεσαίωνα συναντώνται.

Όταν διαβάζει κα­νείς εις τάς εφημερίδας τά κακουργήματα αυτά, σχίζεται ή καρ­διά του καί ζητά εκδίκηση! Έχετε τήν αύθάδειαν νά δηλώνετε δημοσία ότι «μέ τά χρήματα πού κερδίζομε εις τον τόπον σας, θα βοηθήσωμε τά μέσα του ομοθρήσκου βασιλείου».

Αυτό μας έβαλε εις τήν καρδιά το αίσθημα της εκδικήσεως, του οποίου ο κατευ­νασμός είναι αδύνατος, θα ήταν έγκλημα νά χάσωμε τήν ευκαι­ρία της εκδικήσεως γιά τούς φόνους τών γερόντων πατριωτών, τις διαφθορές τών παρθένων, καί τήν συντριβή τών σιαγόνων τών μικρών παιδιών. 

Νά αφήσετε τήν πατρίδα μας, εις τήν οποίαν τόσα κακουργήματα επράξατε, καί νά φύγετε! Σας ερωτούμε μέ ποιό θάρρος εμείνατε μέχρι τώρα καί ποιος σας το έδωσε; "Αν το αντλήσατε από τήν σιωπή μας, απατηθήκατε, Έχετε λάθος. Νά αφήσετε τήν πατρίδα μας καί νά γκρεμοτσακιστείτε!  Αν δεν υπακούσετε εις αυτή τήν σύστασίν μας, τό μέλλον σας είναι επι­κίνδυνο. 

Δεν ημπορούμε νά βλέπωμε τήν ποταπότητα και αχρειότητα σας, ή οποία δεν συμβιβάζεται μέ τήν ανθρωπιά. Είναι αδύ­νατο νά ζήση κανείς μέ ποταπούς όπως εσείς.

Επειδή δεν επι­τρέπεται νά φυλάγωμε όφεις εις τους κόλπους μας, φυσικά θα προτιμήσωμε τήν έξαφάνισίν σας, αχάριστοι! Αυτό θα γίνει γρή­γορα, νά είστε βέβαιοι!

Έχει σχηματισθεί γιά σας ένα ρεύμα, πού αποτελείται και οργανώνεται από νέους. Τά κακουργήματα πού έγιναν εις τήν Μακεδονία θα επαναληφθούν τώρα εναντίον σας. Ουδεμία δύναμις θα σταματήσει τό ρεύμα τούτο».

 Ή προκήρυξη αυτή κυκλοφόρησε τόν Ιούνιο του 1914 κι' είχε γιά υπογραφή τόν τίτλο της οργάνωσης: «Έκ μέρους των τρεφόντων εκδίκησιν νέων «ΑΤΕΣ» — δηλαδή «φωτιά». Ό σκο­πός τέτοιων προκηρύξεων δεν ήταν άλλος, φυσικά, παρά ή προ­ετοιμασία του τούρκικου όχλου γιά τά παραπέρα.

Ατμόσφαιρα βαρειά, ο πόλεμος είχε αρχίσει. Έπαιξε τό δι­πλωματικό παιχνίδι της η Τουρκιά, ταλαντεύτηκε λιγάκι κι ύστε­ρα πήρε τή θέση της πλάι στη Γερμανία του Κάιζερ. Η αυλαία σηκωνόταν γιά τήν τελευταία πράξη της τραγωδίας.

Ιούλιος του 1914 και κάποια φήμη βγήκε, πού έβαλε σέ αγωνία τούς "Έλληνες. Τήν άκουε δ ένας, τήν μάθαινε δ άλλος, αναστατώθηκε δ κόσμος.

— Τί είναι;

— Τί λένε;

— Είναι αλήθεια;

Λέγαν — κι' ήταν αλήθεια — ότι άπ' τήν κυβέρνηση του πολυχρονεμένου του σουλτάνου έφτασαν σφραγισμένοι φάκελοι και μοιράστηκαν στους μουχτάρηδες — δημάρχους — όλων των πό­λεων και των χωριών καί μαζί μέ τούς φακέλους ή διαταγή κανέ­νας νά μην τούς ανοίξει κι' άν τούς ανοίξει, θάνατος, θ' άνοιγόντουσαν μόνο όταν θα έφτανε άλλη διαταγή.

Γιά ποιους τάχα νά λέγαν αυτοί oι φάκελοι; Γιά τούς γκια­ούρηδες, φυσικά, γιά τόν ελληνισμό, πού είχαν βάλει στό μάτι οι Νεότουρκοι. Ποιό, όμως, μυστικό νά έκρυβαν; Κανείς δεν ήξερε, κανένας  δεν μιλούσε. Οι πιο «καλοί» απ’ τους Τούρκους ζύγωναν τους Ρωμιούς καί τούς συμβούλευαν:

— Νά φύγετε...

Ήταν πολύ συφερτικό να γίνει πανικός, νά φύγουν οι γκιαού­ρηδες, ν' αφήσουν τις δουλειές τους και τό βιός τους, για νά προ­κόψουν οι πιστοί του Αλλάχ, πού όλο τούς βρίσκαν εμπόδιο μπρο­στά τους.

Στις 21 Ιουλίου ήλθε, επί τέλους, ή διαταγή νά ανοι­χτούν οι φάκελοι. ' Ανοίγονται και τί λένε; Σ' όλο τό μεμλεκέτι κηρύσσεται γενική επιστράτευση κι  όλοι οι άντρες από 20 μέχρι 50 χρονών νά παρουσιαστούν και νά καταταχτούν. Τό διάγγελμα τυπώθηκε σέ μεγάλα κόκκινα χαρτιά καί πρόβαλε κολλημένο σ' όλους τούς τοίχους. Ζύγωναν τά χαρτιά οι Τούρκοι λαχταρι­σμένοι :

— Νέτουρ μπέ; «Τί είναι;».

—Άσκερέ γκιτίορουζ. «Πηγαίνουμε στρατιώτες».

— Αμάν, Αλλάχ!

Τρομάζανε, αλλά υπήρχε πάντα ή προπαγάνδα του Κομιτάτου πού δούλευε ακούραστα — μολλάδες και χοτζάδες μάζευαν τόν λαό στό ύπαιθρο ή στα τζαμιά και τόν ξόρκιζαν στο όνομα του Μωάμεθ ν’ αγωνιστεί γιά τήν πίστη του καί νά εξολοθρέψει τούς γκιαούρηδες από τό πρόσωπο της γης, γιατί αυτοί οι άτιμοι ήσαν ή αιτία της κάθε συμφοράς τους.

Γενική ήταν, ωστόσο, ή επιστράτευση κι' έπρεπε σύμφωνα μέ τις νέες ιδέες και τήν από­φαση της Βουλής, να πάνε κι’ όλοι οι Έλληνες, αφού δεν είχαν αποχτήσει μόνο ίσα δικαιώματα μέ τούς Τούρκους αλλά και υπο­χρεώσεις.

 Όμως δεν ήταν δύσκολο νά μαντέψουν οι Ρωμιοί τί σήμαινε γι’ αυτούς τό στρατιωτικό. Γιά πρώτο ξάφρισμα τούς γι­νόταν ή ευκολία νά πληρώσουν τό «πετέλι» — αντισήκωμα — κάπου 40 χρυσές λίρες. Κι’ όσο γιά παραπέρα, είχε ο Αλλάχ.

Όσοι μπορούσαν πλήρωναν και γλύτωναν προσωρινά. Οι άλ­λοι πήγαιναν νά καταταχτούν σ' όλη τή χώρα κι' έτσι αραίωσαν οι πόλεις, ερημώθηκαν τά χωριά, άδειασαν τά σπίτια άπ' τούς άντρες, σταμάτησε τό εμπόριο, κόπηκαν τά ταξίδια, χάθηκαν τ' αλέτρια άπ' τά χωράφια κι' εκεί όπου πριν λίγα χρόνια αντιλαλούσε τό τραγούδι κι' ή χαρά, βασίλευε τώρα ο φόβος και ή μουγγαμάρα.

Κάθε λογής εξευτελισμός περίμενε τούς χριστιανούς στα κέν­τρα πού γινόταν ή εκπαίδευση.

Τσαούσηδες άξεστοι, χαμάληδες σωστοί, τούς δίδασκαν τήν τέχνη του πολέμου μέ τό ραβδί και τό καμτσίκι στό χέρι. Όσοι απηυδισμένοι κάναν νά τό σκάσουν, σαράντα ραβδιές κάτω άπ' τα πόδια ήταν ή ποινή, άν όχι ή κρε­μάλα.

Κι' όμως δεν ήσαν λίγοι εκείνοι πού τό σκάζαν ή κρύφτηκαν άπ' τήν πρώτη ώρα, χωρίς νά παρουσιαστούν καθόλου.

Λυσσούσαν μ’ αυτούς οι Τούρκοι κι’ όλο ψάχναν, ντάπ ντούπ τις πόρτες, μπαίναν στα σπίτια και κοιτούσαν σέ ντουλάπες, σε κελάρια, κάτω στις καρβουναποθήκες κι' επάνω στα ταβάνια, όπου σιγά - σιγά, μέ τόν καιρό, σχηματίσθηκε ολόκληρο σώμα «φυγόστρατων», πού τό λέγαν «ταβάν ταμπουρού» — λόχο ταβανιού — κι' είχε ασκηθεί νά γίνεται άφαντο μέ χίλιους τρόπους.

Κι' όσο γιά τούς καλοστεκούμενους νοικοκυραίους, τούς εμπό­ρους, τούς πλουσίους, όλο και βρίσκαν νέες μηχανές νά τούς λη­στεύουν.

Εκτός από τούς έκτακτους φόρους και τις εισφορές, βα­λαν μπροστά τις επιτάξεις. Μ' όλους τούς τύπους και τήν τάξη μπαίναν στα ελληνικά μαγαζιά και τά γδύνανε γενναία «γιά τις ανάγκες του στρατού» άπ' όλα τά είδη, χωρίς νά κρίνουν άχρη­στα γιά τήν περίσταση ούτε τά είδη πολυτελείας — υφάσματα μεταξωτά, κάλτσες γυναικείες, βραχιόλια, δαχτυλίδια, πολύτιμα κοσμήματα.

Μέ απορία καμιά φορά τολμούσε ν’ αναστενάξει ο μαγαζάτορας:

— Βραχιόλια, σκουλαρίκια, γιά τό στρατό, εφέντη μου;

—Έβετ, έφέντη μου, γιά τόν στρατό.

— Και κάλτσες μεταξωτές γιά τόν στρατό, έφέντη μου;

— Παρά όλίορ, έφέντη μου, παρά!

Παράς γίνονται όλα τούτα για το ασκέρι τάχα, κι’ ο Έλλη­νας έμπορος πού γδυνόταν έπαιρνε τήν απόδειξη ότι είχε νά λαβαίνει άπ’ τόν πολυχρονεμένο τόν σουλτάνο. Φυσικά δούλευε γιά όλες τις περιστάσεις καί τό μπαχτσίσι — πατροπαράδοτη αδυνα­μία των Τούρκων — πέφταν oι λίρες στην χεράκλα του αξιωμα­τικού κι' εκείνος έδειχνε αμέσως κατανόηση ανάλογη μέ τό βάρος του χρυσαφιού, πού όσο περισσότερο ήταν τόσο του θάμπωνε τα μάτια και στραβόβλεπε.

Μέ καλούς οιωνούς άρχισε ο πόλεμος και ιδιαίτερα οι επιχει­ρήσεις μέ τούς Ρώσους. Πήγαν τα δύο τους θωρηκτά, «Γκαίμπεν» και «Μπρεσλάου» — δώρα των Γερμανών — καί βομβάρδισαν τά παράλια του τσάρου. Ύστερα, όρμησε κι' ο τούρκικος στρατός μέ τόν Έμβέρ στο μέτωπο του Καύκασου κι' έδωσε ένα γερό μάθημα στους Ρώσους.

Αργότερα, όμως, δεν πήγαν τόσο καλά τά πράματα. Φέραν καινούργιες δυνάμεις οι Ρώσοι καί πέσαν επάνω στόν τούρκικο στρατό, σπάσαν τό μέτωπο καί στοίχισαν στό δοβλέτι μεγάλη συμ­φορά.

Στενοχωρήθηκαν μέ τούτη τήν κακοτυχιά οί Τούρκοι, άλλα είχαν άλλα μέτωπα πιο εύκολα για να ξεσπάσουν, δόξα στόν Αλ­λάχ, κι' εξ άλλου ο σύμμαχος τους ήταν ανίκητος καί δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι θα κέρδιζε τόν πόλεμο καί φυσικά μαζί του θα θριάμβευαν στό τέλος καί οί ίδιοι.

Ενώ, λοιπόν, οί φίλοι τους οι Γερμανοί τρόμαζαν τους λαούς και τους στρατούς της Ευρώπης, δεν έπρεπε νά χάνουν τόν και­ρό τους καί οί Τούρκοι, πολύ περισσότερο γιατί ήταν ο πιο κατάλ­ληλος καιρός γιά νά ξεκαθαρίσουν τούς λογαριασμούς μέ τούς Ρω­μιούς καί τούς Αρμένηδες. Σ' αυτό μπορούσαν, φυσικά, νά βοηθή­σουν κι' οί Γερμανοί τους συμβουλάτορες μέ τό μεθοδικό, επιστη­μονικό καί τετράγωνο μυαλό τους.

Δεν αρνήθηκαν τά φώτα τους οί σύμμαχοι κι' έτσι πάρθηκαν όλα τά «μέτρα» γιά τό μεγάλο καί ιερό σκοπό, τό ένα μετά τό άλλο, χωρίς κανένα φόβο νά προκαλέσουν τις παλιές αντιδράσεις τής χριστιανοσύνης τής Ευρώπης, πού ζούσε τώρα τις δικές της αγωνίες καί βρισκόταν απορροφημένη άπ' τά δικά της τά δεινά.

Πρώτο ανάμεσα στα «μέτρα» ήταν ή ίδρυση τών «εργατικών ταγμάτων» — Αμελέ ταμπουρού — όπου θα έπρεπε νά μεταφερ­θούν όλοι οί Χριστιανοί πού καταταχτήκαν στόν τούρκικο στρα­τό.

Σαν υπόπτους, δηλαδή, τούς κρίναν καί βγάλαν διαταγή νά φύγουν άπ' τις μονάδες τους, νά μαζευτούν σέ ειδικά κέντρα καί νά παραδώσουνε τά όπλα. Έτσι έγινε, καί νάσου τώρα φτιάχνονται ολούθε, άπ' άκρη σ’ άκρη στην Τουρκιά, όλο και νέα τέτοια τάγματα από εργάτες - «στρατιώτες», πού τούς δίναν μερικούς τσαούσηδες για επιστάτες και τούς στέλναν στα πέρατα του δοβλετιού γιά να προσφέρουν «βοηθητικές υπηρεσίες».

Ή Τραπεζούντα, είναι αλήθεια, δεν τά γνώρισε σ' όλη τήν εξοντωτική τους έκταση. Χάρη στη μεσολάβηση του μητροπολί­τη Χρύσανθου καί τήν επιρροή πού ασκούσε επάνω στόν αιμο­βόρο νομάρχη Τζεμάλ Αζμή, οι Έλληνες κρατήθηκαν μέσα στην πόλη καί χρησιμοποιήθηκαν μόνο στις επιμελητείες, στα νοσοκο­μεία καί σέ άλλες τέτοιες ελαφριές δουλειές.

Πέρα άπ' τήν Τραπε­ζούντα, όμως, σ' όλο τόν Πόντο, τα εργατικά τάγματα φέραν τόν όλεθρο σ’ αμέτρητες χιλιάδες κόσμο. Τραβούσαν τούς άντρες έξω άπ' τις πόλεις καί τα χωριά, βαθιά στό εσωτερικό, επάνω στα βουνά, στις δημοσιές, στους μουλαρόδρομους για να δουλεύουν σ’ αβάσταχτες δουλειές, άπ’ τα ξημερώματα μέχρι τή νύχτα του θεού, να φορτώνονται πέτρες στην πλάτη κι' ύστερα να τις σπά­ζουν, ώρες ατέλειωτες, όγκους, σωρούς, πού ποτέ δεν είχαν τε­λειωμό.

Αντίσκηνα γιά τήν διαμονή τους — μέσα στα κρύα καί τις βροχές — να τουρτουρίζουν τήν νύχτα, καί γιά τροφή τους κανένα ξεροκόμματο καί καζάνια νά βράζουν γεμάτα νερό, λιγοστά φα­σόλια ή ρεβίθια ή κανένα κομμάτι βρώμικο κρέας, «γερμανική σούπα» τήν λέγαν κοροϊδευτικά, χασκογελώντας.

Μέσα στην άγρια χειμωνιά, επάνω στα βουνά της Ζύγανας καί του Κοπτάγ — στην σιδηροδρομική γραμμή του Ερζερούμ κι' ο­λούθε στην ύπαιθρο χώρα — νέα παιδιά κι' ώριμοι άντρες, τό ίδιο σκελετοί, κουρελιασμένοι, σέρνονταν σαν τα φαντάσματα, αγ­κομαχούσαν μέ τήν ψυχή στα δόντια. 

Πότε νά ξεφτυαρίζουνε τό χιόνι γιά ν' ανοίγουν περάσματα, πότε νά ζεύονται στα κάρα του στρατού και να τα σέρνουν, κάτω άπ' τις βρισιές καί τό καμτσίκι του τσαούση. Όποιος πέθαινε πεταγόταν παραπέρα.

Μετά τό σπάσιμο του μετώπου του Καυκάσου ό ρούσικος στρα­τός ερχόταν απειλητικός κατ' επάνω στό δοβλέτι. Αυτό άναψε πε­ρισσότερο τόν τούρκικο φανατισμό κι έδωσε αφορμή στους Τούρκους νά πάρουν κι’ άλλο ένα μέτρο κοντά στ’ άλλα — τις απε­λάσεις.

Liman Von Sanders

 Ή ιδέα είχε βγει από γερμανικό κεφάλι καί τό κεφάλι τούτο ήταν του Γερμανού στρατηγού Λίμαν φόν Σάνδερς πασά. Ο τί­τλος του πασά του δόθηκε τιμητικά όταν ήλθε για τήν αναδιορ­γάνωση του τούρκικου στρατού.

Δεν παράλειψαν, φυσικά, οί Τούρ­κοι να πουν καί σ’ αυτόν τα όσα διάδιδαν γιά τούς Έλληνες — σφαγές καί προδοσίες.

Ο Γερμανός πασάς δεν είχε κανένα λόγο να μη πιστέψει όσα άκουγε κι' όταν ανάλαβε μια περιοδεία στη χώρα γιά να κατατοπιστεί καί νά οργάνωση τήν άμυνα, είδε ότι στα παράλια της Θράκης, Καλλίπολης καί Μικράς Ασίας κατοι­κούσε στ' αλήθεια πυκνός Ελληνισμός.

Δεν χρειαζόταν νά σκεφτεί πολύ καί τό γερμανικό μυαλό του δούλεψε όπως ταίριαζε στις μη­χανές εκείνες του Κάιζερ, πού είχαν γιά πατέντα τους τήν «Γερ­μανία υπεράνω όλων».

—Όλους αυτούς, είπε στους Τούρκους, θα τούς μετακινήσετε γρήγορα στό εσωτερικό, γιατί μένοντας στα παράλια, είναι επικίν­δυνοι γιά τήν ασφάλεια του κράτους.

Οί Τούρκοι μέ χαρά τους δέχτηκαν τήν πρόταση κι' έτσι άρ­χισαν οί εκτοπισμοί καί τό ομαδικό ξεσπίτωμα των πληθυσμών από τά μέρη εκείνα.

Μέ δικαιολογία τήν «ασφάλεια του κράτους» βγάζαν κάθε τόσο διαταγές γιά τις μετακινήσεις ολοκλήρων πληθυ­σμών, πρώτα άπ' τά παράλια στην ενδοχώρα κι' υστέρα σ' όλες τις περιοχές του εσωτερικού.

Μέσα σέ λίγες μέρες, δηλαδή, ή καί ώρες, θάπρεπε νά ετοιμαστούνε οί Ρωμιοί, ν' αφήσουνε τά σπίτια τους καί νά πάρουν τούς δρόμους πρός τά βουνά, στό άγνωστο.

Τήν ιδέα, ωστόσο, του Γερμανού πασά τήν συμπλήρωσαν μέ τέ­τοιο τρόπο, ώστε νά γίνει όσο ήταν μπορετό πιο αποτελεσματική γιά τόν κύριο σκοπό τους.

Έτσι δεν γενίκεψαν μοναχά τό μέτρο αλλά διάλεγαν τόν χειμώνα σαν τήν καλύτερη εποχή γιά απελά­σεις.

Μέσα στα χιόνια καί τά κρύα ξεσπιτώνανε τόν κόσμο από πο­λιτείες καί χωριά, άντρες καί γυναικόπαιδα ατέλειωτα, ολόκλη­ρες θεωρίες από τρομαγμένα ανθρώπινα κοπάδια, πού τά σέρνανε όλο καί πιο βαθιά στό εσωτερικό, μ’ ένα μπόγο στόν ώμο ή καμιά κουβέρτα καί λιγοστά τρόφιμα γιά νά κρατιούνται στα πό­δια καί νά περπατάνε.

Οί βροχές, τά κρύα καί τό χιόνι εκεί στις ερημιές των βουνών, ήσαν oι πιο καλοί εργάτες του θανατικού, πού έπεφτε γρήγορα ανάμεσα στα πλήθη πού όλο περπατούσαν και βουτούσαν στις λάσπες ή στό χιόνι — κι’ όλο σερνόντουσαν μέρες ατέλειωτες — μανάδες μέ τά μωρά στην αγκαλιά, γέροι ανήμπο­ροι, νέοι άντρες και κοπέλες νεαρές, άλλοι γεροί κι' άλλοι αρ­ρωστημένοι.

— Γιούρουνουζ!«Περπατάτε!», συνήθιζαν νά ουρλιάζουν οι χωροφύλακες και νά χτυπάνε μέ τό ραβδί ή μέ τό καμτσίκι όποιον αργούσε... «γιού­ρουνουζ γκιαούρ όγλου γκιαούρ»! Άλλοι πέφταν από κούραση στό δρόμο, άλλοι από τον τύφο πού πάντα ερχόταν κι’ αυτός πολύτιμος βοηθός στό έργο των Νεότουρκων.

 

Δημήτρη Ψαθά

" Η ΓΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ"

 

Santeos

28 Φλεβάρη '11   20.24'

 


Ετικέτα: ποντος, ιστορία του πόντου, κινημα των νεοτουρκων, mehmet talat pasha, liman von senters, abdul hamid
Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 318 Μέγεθος:86434 bytes
Τελευταία αλλαγή έγινε από: santeos1 457 μέρες πριν 28.02.2011 20:31:34
Δημοσιεύτηκε απόΚείμενο

Εισάγετε τον κωδικό από την εικόνα 
Το όνομά σας 
E-mail 
(ορατό μόνο στον ιδιοκτήτη του ιστοχώρου)
WWW 

Θέμα

Στο κείμενο μπορείτε να χρησιμοποιείτε Wiki ή HTML tags.



Σανταίοι Μαθηταί εις το εν Τραπεζούντι Φροντιστήριο το σχολικό έτος 1910-1911
Σάντα του Πόντου (Θερισμός 1905)


Κατάχρηση | © Kolobok smiles, Aiwan