Πριν από τα δημοσιεύματα του Βλάση Αγτζίδη για τους
Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, οι γνώσεις στην Ελλάδα για αυτούς ήταν πολύ
περιορισμένες. Ήταν γνωστό, π. χ., ότι στις σοβιετικές δημοκρατίες και ιδίως
στη Γεωργία και την Ουκρανία, ζούσαν κάποιοι αντικομμουνιστές Έλληνες,
συνδεμένοι με την ελληνική στρατιωτική αποστολή του 1919 στην Ουκρανία ή
διωχθέντες ως εχθροί του λαού κατά τη σταλινική περίοδο, τους οποίους οι πολιτικοί
πρόσφυγες του 1949 δεν τους πλησίαζαν, γιατί στον κομμουνιστικό κόσμο οι
Πόντιοι της Σοβιετικής Ένωσης θεωρούνταν μιάσματα.
Ήταν τόση η απέχθεια για τους ανθρώπους αυτούς, που στην αριστερή παράταξη δεν γινόταν ποτέ λόγος για αυτούς και οι απλοί πολιτικοί πρόσφυγες έδειχναν να φοβούνται ακόμη και να τους αναφέρουν στις συζητήσεις τους. Υπάρχουν σχετικές προσωπικές μαρτυρίες για το θέμα αυτό, ακόμη και από πολιτικούς πρόσφυγες που πέρασαν κατόπιν στην αντίδραση, που πήγαν, δηλαδή, με το μέρος των συντηρητικών της Ελλάδας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αριστερός τύπος, ακόμη και σήμερα, δεν τους ... γνωρίζει και όποτε ασχολήθηκε με τα προβλήματα τους, ήταν από ανάγκη, γιατί δεν γινόταν διαφορετικά. Τι θα έλεγαν οι άλλοι αν οι αριστεροί έκλειναν τα μάτια τους μπροστά στην οφθαλμοφανή αδικία σε βάρος των νεοπροσφύγων ή σε βάρος εκείνων που παρέμειναν στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες;
Από το 1989 και μέχρι σήμερα, πήγαν πολλοί στην περιοχή εκείνη, άλλοι για να δείξουν τα φιλάνθρωπα αισθήματα τους, άλλοι για να διακηρύξουν στον εκεί ελληνισμό ότι η Ελλάδα είναι ένας παράδεισος, άλλοι για κάποιους άλλους, δικούς τους, λόγους. Το ίδιο το ελληνικό κράτος δεν έκανε τίποτε για τους Έλληνες της Ρωσίας ή έκανε ελάχιστα.
Πώς βρέθηκαν οι Έλληνες αυτοί στην κατοπινή Σοβιετική Ένωση, από πού προέρχονταν, τι εκπροσωπούσαν στη σοβιετική κοινωνία, γιατί καταγγέλθηκαν ως εχθροί του λαού και πολλοί από αυτούς - αγνοί κομμουνιστές - άφησαν τα κόκαλα τους στη Σιβηρία, υπήρχε παντελής άγνοια.
Η πρώτη γνωριμία, είναι αλήθεια, άφησε τους Έλληνες εμβρόντητους, γιατί άλλα περίμεναν και άλλα διαπίστωναν. Όταν ήρθαν εδώ, ένα μέρος τους ή μάλλον ένα συνονθύλευμα Ελλήνων, Γεωργιανών, Ουκρανών, Ρώσων, Αρμενίων και άλλων, διέπρεψε στις κακοποιές πράξεις. Ληστείες, φόνοι, ναρκωτικά, κλοπές και μικροκλοπές, μεθύσια, μαχαιρώματα και πυροβολισμοί σε δρόμους και πλατείες. Οι φυλακές, που είναι γεμάτες Αλβανούς και άτομα από τα παραπάνω αναφερόμενα, αποτελούν αψευδείς μάρτυρες αυτών των ισχυρισμών.
![]()
Αυτοί, ωστόσο, αποτελούσαν μια πολύ μικρή μειοψηφία, που εκτράφηκε μέσα στα καταπιεστικά καθεστώτα, που κατ' ευφημισμό αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστικά. Με αυτήν τη μειοψηφία συνέδεσαν αρκετοί τον ελληνισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Τη συντριπτική πλειοψηφία, όμως, αποτελούσαν οι άνθρωποι με ανώτερο πολιτισμό από τον μέσο Έλληνα, με επιδόσεις άριστες ως τεχνίτες, καλλιτέχνες, αθλητές, συγγραφείς. Τις αρετές τους αυτές άρχισαν να τις διαπιστώνουν οι άλλοι Έλληνες αμέσως ή και μερικά χρόνια μετά την εδώ εγκατάσταση τους και τη λύση ορισμένων προβλημάτων επιβίωσης.
Όλες αυτές οι σκέψεις γίνονται, πρώτα και κυρίως μετά τα δημοσιεύματα του Βλάση Αγτζίδη και, βεβαίως, και από προσωπικές παρατηρήσεις.
Ο Βλάσης Αγτζίδης κατέγραψε μέσα στα βιβλία του και σε δημοσιεύματα σε εφημερίδες και περιοδικά την ιστορία των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από παλαιά μέχρι και πρόσφατα. Δεν αρκέστηκε σε πληροφορίες, αλλά έκανε επανειλημμένα ταξίδια εκεί, βοηθούμενος, μερικές φορές, στην προσπάθεια του και από τον τότε υφυπουργό εξωτερικών, αρμόδιο για θέματα αποδήμων, Γρηγόρη Νιότη.
Έκανε γνωστή ο Βλάσης Αγτζίδης την προέλευση αυτών των Ελλήνων, μίλησε για τις μετοικεσίες τους από τον μικρασιατικό Πόντο στη Ρωσία - κυρίως στο Βατούμ, αλλά και στο Σοχούμ, την πρωτεύουσα της Γεωργίας, και αλλού. Μίλησε για τις φυλές, με τις οποίες συμβίωναν εκεί οι Έλληνες Πόντιοι, για τις σχέσεις μεταξύ τους, για την προσφορά τους στην ανάπτυξη εκείνων των τόπων, για τους ανηλεείς διωγμούς από το σταλινικό καθεστώς, για τον ακμάζοντα ελληνισμό, που ποδοπατήθηκε, για τις εφημερίδες, τα περιοδικά τους και τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.
![]()
Συγχρόνως με τον Βλάση Αγτζίδη, αλλά και κατόπιν, επισκέφθηκαν τα μέρη εκείνα και άλλοι. Αυτοί, όμως - όλοι, σχεδόν - έμειναν στην επιφάνεια, στα γυαλιστερά, δεν εισχώρησαν βαθύτερα, για να ψάξουν και να μάθουν τι σήμαιναν τα όσα προηγήθηκαν και τι τα όσα ακολούθησαν.
Τα δημοσιεύματα του Βλάση Αγτζίδη, ιδίως τα βιβλία του, μπορεί να τα διάβασαν μερικές μόνον χιλιάδες Ελλήνων. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι και
πάρα πολλοί άλλοι, λίγο ή πολύ, πληροφορήθηκαν αρκετά, περισσότερο ως απόηχο από τους αναγνώστες των κειμένων του και των σχετικών ομιλιών του σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και στο εξωτερικό.
Έτσι διαμορφώθηκε ανάμεσα στους Έλληνες μια άλλη άποψη για τους Πόντιους της Σοβιετικής Ένωσης από εκείνη που είχαν πριν, όταν έβλεπαν ή μάθαιναν μόνον για τους κακοποιούς που ήρθαν από εκεί. Τώρα, πλέον, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων αδελφών αναγνωρίζει την εργατικότητα τους, τη φιλοτιμία τους, τις επιδόσεις τους σε διάφορους τομείς και τους δέχεται πραγματικά ως Τραντέλλενες, που ξέφυγαν από το μαχαίρι των Τούρκων, γλίτωσαν από τους σταλινικούς διωγμούς και αφομοιώνονται σιγά σιγά, χωρίς σημαντικά προβλήματα, μέσα στην ελληνική κοινωνία.
Ο Βλάσης Αγτζίδης, εκτός από τα δημοσιεύματα του για τους νεοπρόσφυγες σε εφημερίδες των Ποντίων και στις πανελλήνιας κυκλοφορίας εφημερίδες της Αθήνας «Ελευθεροτυπία» και «Καθημερινή», έγραψε και τα βιβλία: «Ποντιακός Ελληνισμός - Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα», γ'έκδοση 1995, «Οι άγνωστοι Έλληνες του Πόντου - Προσέγγιση στα σύγχρονα γεγονότα της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου», το 1997, όπου δημοσιεύονται κείμενα και άλλων.
Santeos
26 Σεπτεμβρη '09 13.40'






























































