
Μια σειρά από εύθυμα σημειώματα γύρω απ' τα παιδικά μου χρονια-δημοσιευμένα στον «Ταχυδρόμο»- ηταν το ξεκίνημα που με παρέσυρε σιγά-σιγά να γράψω ένα χρονικό για τον Ελληνισμό του Πόντου. Όχι βέβαια εύθυμο, γιατί ένα τέτοιο γραφτό δεν γίνεται να είναι εύθυμο, και πολύ λιγότερο όταν αφορά στην χρονική περίοδο -1914-1922- δηλαδή, τα χρονια που αντιστοιχούν στην τελευταία φάση της τραγωδίας και το τελικό ξερίζωμα του ελληνισμού του Πόντου.
Ανάλαφρο, όσο μπορούσε να γίνει, ηταν το γραφτό μου, επειδή ανιστορούσε ασήμαντα περιστατικά των παιδικών μου χρόνων - παιδικές μονο αναμνήσεις- που χρονια στριφογύριζαν στο μυαλό μου, σαν μια άγραφη μουσική που πρέπει να πέσει στο πεντάγραμμο για να λυτρώσει τον συνθέτη. Όμως, τα περιστατικά αυτά, όντας μπλεγμένα με τα μεγάλα γεγονότα της εποχής, έπαιρναν μοιραία στην καταγραφή τους κάτι απ΄την μορφή του χρονικού, που μου δημιουργούσε, φυσικά, τελείως διαφορετικές αποχρώσεις.
Ένα χρονικό που θ'αφορουσε, μάλιστα, μια τέτοια εποχή, δεν μπορούσε να περιοριστεί στον οπτικό χωρο ενός παιδιού, στα προσωπικά του βιώματα ή τις ελάχιστες πληροφορίες που είχε για τις ιστορικές ώρες και την μεγάλη τραγωδία που παιζόταν γύρω του. Στην ηλικία που ήμουν τότε-εννιά χρόνων το 1914- ηταν πολύ περιορισμένη η εικόνα της ζωης που έπεφτε στα μάτια μου, αλλα κι' αυτό ακόμα το κομμάτι του πίνακα, όσο και να σκοτείνιαζε συχνά, γρήγορα ξαναφωτιζοταν απ' το χαρούμενο εκείνο φως που αναβλύζει απ' την παιδική ψυχή και χύνεται τριγύρω για να δώσει γελαστή όψη στη ζωή...
Από τον προλογο του βιβλιου
Santeos






























































