Στο Δυτικό Πέλλας, λίγο έξω από τα Κουφάλια, μας είπαν ότι ζει κάποιος υπεραιωνόβιος Πόντιος. Μια θυμάται και μια ξεχνάει μας είπαν. Δηλαδή ότι είχε διαλείψεις μνήμης.Όταν φτάσαμε στο δυτικό, ο πρώτος που ρωτήσαμε δεν τον ήξερε. Μάθαμε το σπίτι του από τον δεύτερο που βρήκαμε στο δρόμο.
Στο χτύπημα στην πόρτα απάντησε μετά από λίγο μια κυρία, που μας ρώτησε τι ζητάμε. Ήταν η κυρία που τον φρόντιζε και η οποία μας έμπασε στο σπίτι. Εκεί, τον σήκωσε από το κρεβάτι, τον περιποιήθηκε, του έβαλε και γραβάτα, και τον είχαμε τώρα δίπλα μας, καθισμένο στην πολυθρόνα.
Οι ερωτήσεις μας πολλές, αλλά τις απευθύναμε αργά αργά. Τι θυμάται από την πατρίδα, το χωριό του, πότε γεννήθηκε, τι δουλειές έκαναν στο χωριό πως ήταν τα σπίτια τους, αν είχαν σχολείο και εκκλησία, αν είχαν συγχωριανούς Τούρκους και πως πήγαιναν μαζί τους.
Οι πρώτες απαντήσεις του ήρθαν μετα από πολύ σκέψη. «Η ζωή μου» λέει «ήταν πολύ καλή. Γεννήθηκα στο Αραχμανλί του Ακ Νταγ Μαντέν, στις 11 Ιουλίου και είμαι 100 χρονών, ή 102. Η ταυτότητα μου γράφει ότι γεννήθηκα το 1898. Ο πατέρας μου λεγόταν Ιωάννης και η μητέρα μου Μαρούλα». Μετά ξανασκέφτεται και λέει «Εγώ ήμουν τσοπάνος, καλός τσοπάνος.
Είχα 280 πρόβατα. Όταν ήμουν 20 χρονών, πήγα στο παζάρι, ήμουν και καλοφορεμένος. Είδα εκεί τη Ναζή και εγαπέθαμε. Μέναμε στο ίδιο χωριό. Ήταν κι αυτή Κρωμέτσα, της οικογένειας Σιδερίδη. Παντρευτήκαμε με δυσκολίες, γιατί οι δικοί της δεν ήθελαν να μου τη δώσουν.
»Στο χωριό όλοι είχαμε αγελάδες και πρόβατα. Είχαμε και σχολείο και μεγάλη εκκλησία. Οι Τούρκοι έρχονταν τη Λαμπρή και τους δίναμε κόκκινα αβγά και χαίρονταν.
Με αυτούς τα πηγαίναμε καλά. Μόνον οι αστυνομικοί και οι στρατιωτικοί δεν μας φέρονταν καλά. Τα σπίτια ήταν λιθόκτιστα και με κεραμίδια στις σκεπές. Αν και ο πατέρας μου ήταν χτίστης, εγώ δεν ήξερα να βάλω μια πέτρα πάνω σε μια άλλη. Η οικογένεια μου είχε εννέα παιδιά, μερικά από τα οποία πέθαναν κατά τον ερχομό μας στην Ελλάδα. Όταν θα φεύγαμε, μας είπαν πως θα πηγαίναμε στα παρχάρια.
Στην Άγκυρα, μας έβαλαν σε σκεπασμένα κάρα, που τα έσερναν τρία άλογα. Κάναμε ένδεκα μέρες μέχρι να φτάσουμε στο Σκουτάρι, έξω από την Πόλη. Τρώγαμε γαλέτες και ό,τι άλλο φαγώσιμο βρίσκαμε. Από το Σκουτάρι, μας πήγαν με μαούνες στην Πόλη.
Εκεί μας έβαλαν σε ένα μεγάλο καράβι, κάπου εκατό μέτρων, όπου υπήρχε πολύς κόσμος και πολλή βρομιά. Κάναμε τρεις μέρες και δύο νύχτες να φτάσουμε στον Άγιο Γεώργιο, στον Πειραιά. Τους ανθρώπους που πέθαναν επάνω στο καράβι, τους πέταξαν στη θάλασσα.
Μας αποκλείσανε με σύρματα εκεί. Πολύς κόσμος, στον οποίο μας ανακάτεψαν. Μείναμε πολλές μέρες.
»Ήρθε ένα ελληνικό πλοίο, που γυάλιζε από την καθαριότητα. Είχε και τουαλέτες. Τότε είπαμε, δόξω τω Θεώ είναι παράδεισος. Μας έβγαλαν στη Θεσσαλονίκη, όπου καθίσαμε για πολύ. Γρήγορα μας έβαλαν σε φορτηγά από τον δημόσιο δρόμο, μας έφεραν εδώ, στο Δυτικό. Οι Απεσλίδες ήρθαν δυο τρεις μήνες νωρίτερα από εμάς πήραν από τον Εποικισμό τα καλύτερα χωράφια. Έτρωγαν ό,τι τραβούσε η ψυχή τους.
»Όταν ήρθαμε εδώ, το χωριό το λέγανε Κολίκοβα. Οι κάτοικοι του ήταν ντόπιοι Έλληνες και αρκετοί Βούλγαροι. Οι Βούλγαροι έφυγαν σε δυο παρτίδες, γιατί δεν τα πηγαίναμε καλά μαζί τους. Επειδή ήρθαμε πολλοί εδώ και στοιβαχτήκαμε ο ένας πάνω στον άλλο, το χωριό το ονόμασαν Στοίβος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πηγαίνουν τα γράμματα μας οι ταχυδρόμοι στο χωριό Στοίβος του Λαγκαδά. Δηλαδή γινόταν μπέρδεμα, αφού τα δικά τους γράμματα έρχονταν σε μας.
Ο Χωραφάς, του οποίου η γυναίκα ήταν από την Κρώμνη και εγώ ήμασταν στην επιτροπή. Για να μην γίνεται αυτό το μπέρδεμα με το όνομα του χωριού, το ονομάσαμε Δυτικό γιατί, τότε, το χωριό υπαγόταν στα Άθυρα του νομού Πέλλας και βρισκόταν δυτικά των Αθύρων».
Μέχρι το 1936, το χωριό Δυτικό Πέλλας δεν είχε σχολείο. Μαθήματα γίνονταν στα σπίτια με τρεις ιδιωτικούς δασκάλους, από τους οποίους ένας ήταν ο Πόντιος Δημητριάδης.
Το 1936 έγινε το σχολείο. Η εκκλησία της Αγίας Τριάδας υπήρχε από πριν. Σε αυτήν εκκλησιάζονταν οι ντόπιοι και οι Βούλγαροι κάτοικοι. Οι μαθητές του γυμνασίου πήγαιναν με τα πόδια, δύο ώρες δρόμο, στη Γουμένισσα όπου λειτουργούσε Ημιγυμνάσιο. Άλλοι μαθητές πήγαιναν στο οχτατάξιο γυμνάσιο των Γιαννιτσών, τρεις ώρες με τα πόδια, κοφτά, μέσω Αγροσυκιάς.
«Στα Γιαννιτσά έστειλα τον γιο μου, τον Στάθη, που ήταν πρώτος σε επίδοση και ο πρώτος μαθητής που πήγε από το Δυτικό σε γυμνάσιο. Εγώ, στο χωριό, έκανα πρώτα τη γεωργία. Είχα αγελάδες και κομέσα (βουβάλια). Οργώναμε με τα βουβάλια και αυτά έσερναν και το κάρο. Είναι δυνατά ζώα. Με το κάρο κουβάλησα πέτρες από τα Γιαννιτσά και έχτισα το σπίτι μου. Μετά τον πόλεμο (1940-1944) είχα και τρακόσια πρόβατα, που τα έβοσκα στα πλούσια βοσκοτόπια που υπήρχαν.
Τα προϊόντα μας τα πουλούσαμε στη Θεσσαλονίκη, όπου μας πήγαινε με το φορτηγό του ο Ζιβάνης από τα Άθυρα. Στο φορτηγό ανεβαίναμε και εμείς. Από τη Θεσσαλονίκη αγοράζαμε σαπούνια, γκάζι (καθαρό πετρέλαιο) για τις λάμπες, λάδι, αλάτι και ρούχα και παπούτσια. Στο Δυτικό μας ξανάφερνε ο ίδιος φορτηγατζής, που μας περίμενε.
»Το 1956, το Δυτικό αποσπάστηκε από τα Άθυρα και έκανε δική του κοινότητα. Γραμματέας διορίστηκε ο γιος μου, ο Στάθης, που πρώτος τελείωσε γυμνάσιο. Όλα τα μητρώα τα έκανε αυτός.
»0 ίδιος, επειδή είχα τα πρόβατα, είχα προβλήματα και με τους λύκους. Μια φορά, οι λύκοι μπήκαν στο μαντρί και έπνιξαν αρκετά πρόβατα. Τους κυνήγησα με τις πέτρες και εκείνοι άφησαν ένα πνιγμένο αρνί που πήραν μαζί τους.
Έπλυνα με καυτό βούτυρο τις δαγκωματιές που είχε στον λαιμό του, μήπως είχαν μολυνθεί από τα δόντια των λύκων. Θυμάμαι ότι ένας συγγενής μου στην περιοχή της Καβάλας, κυνήγησε τους λύκους που του επιτέθηκαν. Ήταν πολύ δυνατός αυτός. Έπιασε έναν λύκο και τον ακινητοποίησε, όσο μπορούσε, και, τελικά, τον σκότωσε με ένα όπλο που του έφεραν οι συγχωριανοί του. Το πτώμα του λύκου το παρέδωσε στις αρχές και πήρε λύτρα».
Ο ηλικιωμένος Παναγιώτης I. Παυλίδης, μετά από σχετική ερώτηση και αφού κοίταξε νοσταλγικά προς τα έξω, είπε ότι στην πατρίδα διασκέδαζαν μαζί με τους Τούρκους. Έπιναν, χόρευαν και τραγουδούσαν, πάντα με τη συνοδεία της λύρας. Ο ίδιος τραγουδούσε ποντιακά και τουρκικά.
Άρχισε, μάλιστα, να τραγουδάει ένα ποντιακό τραγούδι και μετά δύο τουρκικά, αρκετά πιο άνετα και χαμογελώντας. Μόνον που δεν είχε δυνάμεις να σηκωθεί και να χορέψει. Οι λίγες δυνάμεις που του απέμειναν και το γεγονός ότι δεν άκουγε, έκαναν δύσκολη τη συνομιλία μας.
Νίκος Τελίδης
Συγγραφέας - Συλέκτης
Πηγη: Περιοδικό "ΠΟΝΤΙΑΚΑ"
Santeos
3 Νοέμβρη '10 22.18'






























































