Santeos

ΕίσοδοςΕγγραφή
santeos1.mylivepage.com
 
Σαντά .   Φωτ. Αρχείο  Βασ. Σακελλαρίδη
Προσθήκη στα αγαπημένα εμένα Στείλτε ένα e-mail

Καρά-καπάν
Γέφυρα σον Γιάμπολη
Χαμελέτε σον Γιάμπολη
Ο Μύλος τη Πιστόφ
Ισχανάντων- Πινατάντων- Τερζάντων
Είσοδος σον Πιστοφάντων
Πιστοφάντων
Σχολείο σον Πιστοφάντων

Εξωτερικές συνδέσεις:

Our site is at APN Greece Directory
free counters
Επιστροφή στην αρχικήsanteos1.mylivepage.com / ΣΑΝΤΑ(Ιστορια-Λαογραφια) / ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΑΝΤΆΣ / Η Όμορφη στη Σάντα

Η Όμορφη στη Σάντα

Δημιουργία θέματοςΔημιουργία θέματος | Για την λίστα

Δημοσιεύτηκε απόΚείμενο

santeos1 Για αποστολή μηνύματος
Πληρωμένος λογαρισμός Πληρωμένος λογαρισμός
Η Όμορφη στη Σάντα
336 μέρες πριν 29.06.2011 12:24:29 Παράθεση('689174','689174','6','5231')">Έκθεση spam

Ο θαυμασμός και η λατρεία για την γυναικεία ομορφιά είναι έμφυτη σε όλους τους λαούς και σε όλες τις εποχές.

Οι αρχαίοι μας πρόγονοι, μάλιστα, θεοποίησαν την γυναικεία ομορφιά. Θεά της η Αφροδίτη.

Παρθένα Τσακμακίδου.Γεννήθηκε στη Σάντα του Πόντου το 1865,όπου και πέθανε

 

 

Έτσι και στη Σάντα έδειχναν την προτίμησή τους στις όμορ­φες, όπως φαίνεται από τα άπειρα όμορφα και αυθόρμητα δίστιχα:

 

Την έμορφον όλ' άγαπούν, σαεύ'νε τό χατίρ'ν άτ'ς

 

την άσκεμον κανείς 'κί θέλ', ύβρίζ'νε όλ’ τόν κύρ'ν άτ 'ς. 

 

 - Όλοι αγαπούν την όμορφη, της κάνουν το χατίρι

δεν θέλουνε την άσκημη, της βρίζουνε τον κύρη.

 

Έμορφος έμπαίν' 'ς σόν χορόν, άμον χαραδοξία,

άσκεμος έμπαίν' 'ς σόν χορόν, άμον χολοσπασία

 

 (Όμορφη μπαίνει στο χορό, ωσάν χαρά και λάμψη,

η άσχημη μπαίνει στο χορό, μας πρήζει το συκώτι).

 

Άστρα τόν φέγγον 'πέτ' άτον τόν κόπον άτ' μη χάνει,

 τ' έμόν τ' άρνίν παντέμορφον, τόν τόπον άτ' πϊάνει

 

 (Άστρα πέστε του φεγγαριού τον κόπο του μη χάνει,

 η αγάπη μου πανέμορφη, τη θέση του θα πάρει).

 

Άρνόπο μ' έμορφάδα σου κι άφήν' με νά κοιμούμαι,

 αν κι θα 'ίνεσαι τ' έμόν, θαρρώ θά παλαλούμαι.

 

 (Αρνί μου η ομορφάδα σου δεν μ' αφήνει να κοιμηθώ,

 αν δεν γενείς δική μου, θαρρώ θα τρελαθώ).

Μαρία Γιαλαμά(1897-1952)

 

Πολλές είναι και οι εκφράσεις που αναφέρονται στην όμορφη:

 

 " Αρμέντσα Παναΐα" - Όμορφη σαν την Παναγιά των Αρμενίων.

 "Άστρεν άσ' σήν Άνατολήν" - Αυγερινός.

"Θαλάσσα μέ τά κύματα" - Η πληθωρική.

"Κόκκινον πιπερόπον" - Η κοκκινομάγουλη.

 "Μαεύ' τόν κόσμον" - Μαγεύει τον κόσμο.

"Παλαλών' τά παιδία" - Τρελλαίνει τους λεβέντες.

 'Έλέπ'ν άτεν καί τσουλτουρεύν'ε" - Τη βλέπουν και τρελαίνονται.

"Έλέπ'ς άτεν καί χάντς τ' άχούλι σ'" - Τη βλέπεις και τα χά­νεις.

 

Όμως ποιά θεωρούσαν όμορφη στη Σάντα;

Από τα σωματικά χαρίσματα την πρώτη θέση είχαν τα όμορφα μάτια και τα μαύρα φρύδια, γι' αυτό και τραγουδήθηκαν περισσό­τερο:

 

Τ' όμμάτα σ' άς σόν ούρανόν, άστρόπα κατηβάζ'νε,

 πόσα καρδόπα έκαψες καί πόσ' άναστενάζ'νε".

 

(Τα μάτια σου απ' τον ουρανό αστέρια κατεβάζουν,

 πόσες καρδούλες έκαψες, πόσες αναστενάζουν;)

 

Άτά τ' όμμάτα πού έλέπ', πώς νά μή παλαλούται;

πώς νά μή ρούζ' ς σά στρώματα κι άλλο νά μή λαρούται;

 (Αυτά τα μάτια όποιος τα δει, πώς να μη τρελλαθεί;

Πώς να μη πέσει άρρωστος και πώς να γιατρευτεί;)

 

Τ' ουρανού τά πετούμενα, τ' ουρανού τά πουλλία,

 εκάτσαν κ' έζωγράφ'σανε τ' όμματί' σ' τά πλουμία".

(Τ' ουρανού τα πετούμενα, τ' ουρανού τα πουλάκια,

 έκατσαν κι ζωγράφισαν τα πλουμιστά σου μάτια).

 

'Ατό τ' έσόν τό τέρεμαν, άτά τ' έσά τ' όμμάτα,

 έκαψαν τό καρδόπο μου, 'ποίκαν' άτο κομμάτα".

 (Αυτή η δική σου η ματιά, και τα δικά σου μάτια,

μου κάψανε την καρδιά, την κάνανε κομμάτια).

 

Τη μεγαλύτερη εκτίμηση είχαν τα μαύρα μάτια:

 

'Τ' όμμάτα 'τ'ς  είν' ολόμαυρα, τ' όφρύδα 'τ'ς είν' τσατμάδες,

 γιά τ' ατέν μαχαιράουνταν τή Σαντάς οί γιοσμάδες".

(Τα μάτια της ολόμαυρα τα φρύδια της σμιχτά,

γι' αυτήνε μαχαιρώνονται λεβέντες στη Σαντά).

 

Έχάσα φρύδα ολόμαυρα κι όμμάτα άμον έλαίας,

ερρούξα κι άραεύ' άτα 'ς ση πουλλί' τά φωλέας".

- Έχασα φρύδια ολόμαυρα και μάτια σαν ελιές,

τρέχω και τα αναζητώ στων πουλιών τις φωλιές.

 

Και τα γαλανά μάτια τραγουδήθηκαν:

 

Ανάθεμά σε νέ πουτσή, έ, τσακλαρομματία!

Άσ' σά τσακλάρ'κα τ' όμμάτα σ', έκάεν ή καρδία μ'.

(Ανάθεμά σε γαλανή, κόρη γαλανομάτα!

Από τα γαλανά τα μάτια σου κάηκε η καρδιά μου).

 

Ελένη Λιανίδου.Τραπεζούντα 1918

Στη Σάντα, τα γαλανά μάτια ήσαν κάπως σπάνια και τα έλεγαν "τσακλάρ'κα".

Επειδή ακριβώς ήσαν σπάνια υπήρχαν και πολλά παρατσού­κλια που προέρχονταν από αυτό το χρώμα των ματιών, όπως "Ό Τσακλέας ό Λάμπον", "ή Τσακλού ή Κάλη", "ή Τσακλίτσα" κ.ά. Όσο για το χρώμα του προσώπου προτιμούσαν τις μελαχρινές:

"Μαυριδερέσσα κ' έμορφος", έλεγαν.

 

'Άσπρην κόρην 'κ' έζέλεψα, ξανθή ν 'κ' έπεγανεύτα,

μελαχρανήν έγάπεσα, 'ς άτέν έβουρουλεύτα".

(Άσπρη κόρη δεν ζήλεψα, ούτε ξανθή δέχτηκα,

 μελαχρινή αγάπησα, απ' αυτήν μαγεύτηκα).

 

Άκείνε ή μελαχρανή μαεύ' παλληκαρόπα,

εύτάει_άτα καί κλώσκουνταν τήν νύχταν γιασιρόπα".

 (Εκείνη η μελαχρινή μαγεύει παλικάρια,

και τα κάνει να τριγυρνούν τη νύχτα σα χαμένα).

 

"Μελαχρανην π' έφίλεσεν, καμμίαν 'κ' έκομπώθεν,

 μαύρην κόρην π' έφίλεσεν, 'ς σά χείλα 'τ' έλερώθεν".

 (Μελαχρινή όποιος φίλησε, ποτέ του δε γελάστηκε,

μαύρη όποιος φίλησε στα χείλια του λερώθηκε).

Όπως φαίνεται τις μαύρες δεν τις συμπαθούσαν. Περίπου στην ίδια μοίρα με την μελαχρινή είχανε και την ά­σπρη, την χιονάτη. Έχουμε πολλά τραγούδια γι' αυτές:

 

Άσπρεσσα άμον το χόν', κόκκινος άμον χρυσόν,

 άγγελος θά ίνουμαι, θά παίρω την ψην τ' έσόν".

 (Ασπρη κόρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το χρυσό,

 άγγελος εγώ θα γίνω, θα σου πάρω την ψυχή).

 

Κορτσόπον ασπροκόκκινον, ο πρόσωπο σ' φωτάζει,

όντάν τερώ τόν πρόσωπο σ', έρ'ται με ή γή τρομάζει".

(Κορίτσι ασπροκόκκινο, το πρόσωπο σου φέγγει,

σαν σε κοιτώ στο πρόσωπο, θαρρώ η γη πως τρέμει).

Σημαντικό στοιχείο ομορφιάς ήταν και τα πυκνά, σγουρά μαλ­λιά, πλεγμένα σε μια ή δυο πλεξίδες, ριγμένα στην πλάτη. Ήταν στολίδι αρχοντικό όταν οι πλεξίδες ήσαν μακριές και ξεπερνούσαν τη μέση της νέας.

"Τά τσάμας άτ'ς μακρέα ως τά μέσα 'τ'ς καί άμον την άβραχόνα μ'"(το μπράτσο μου).

Γι' αυτό οι μάνες όταν χτένιζαν τα μαλλιά των μικρών κορι­τσιών, τα έπλεκαν σε μια ή δυο πλεξίδες και όταν τελείωνε το πλέ­ξιμο η μάνα, τραβούσε τις πλεξίδες προς τα κάτω, λέγοντας:

Άν' τό πόϊ σ' καί κά' τά μαλλία .

(Πάνω το μπόι σου και κάτω τα μαλλιά σου).

 

Θα πρέπει εδώ να συμπληρώσω ότι όλες οι Σανταίες έκαναν την χωρίστρα των μαλλιών τους πάντοτε στη μέση, από το μέτωπο ως το σβέρκο.

Υπάρχουν και ανάλογα τραγούδια:

 

Ξεροχτέντσον τά μαλλόπα σ' καί δός άτα πιτσίμ ι,

τύλτσον άτα 'ς σην γούλα μου, σύρον κ' έπαρ' την ψη μ'-ι".

 (Χτένισε τα μαλλάκια σου καν' τα όμορφες πλεξίδες,

τύλιξ' τα γύρω απ' το λαιμό, και πάρε την ψυχή μου).

 

ΗΣουμελά ή Παναγιά, έχει μακρέα σκάλας,

 καί τό κορτσόπον ντ' αγαπώ έχει μακρέα τσάμας.

(Η Παναγιά η Σουμελά, σκάλες έχει πολλές

και το κορίτσι που αγαπώ πλεξίδες μακριές).

 

Μετά την ομορφιά του προσώπου ακολουθούσε το ανάστημα, "το πόι". Η ψηλή, με την στητή κορμοστασιά ήταν η πρώτη.

 

Τό πόι-ν άτ'ς άμον λαμπάδαν, ή "άμον άλάτ'", σαν λαμπάδα, σαν έλατο.

Αρεστή ήταν και η "λεγνόμακρος", ψηλόλιγνη. Την κοπέλα με μέτριο ανάστημα την έλεγα "όρτά-ποϊλήσα", δη­λαδή μέτρια στο μπόι.

Αν είχε καλές αναλογίες, έλεγαν:

 

όρτά-ποϊλήσα, άμα, πιτσιμλήσσα, άμον πισκιλόπον.

 (Μέτρια, αλλά με καλές αναλογίες, σαν φουντίτσα!).

Για τους Σανταίους, όλες αυτές οι ομορφιές, δεν είχαν αξία, αν δεν συνοδεύονταν και από ψυχικά χαρίσματα. Έλεγαν:

Έμορφος. Φωτάζ'! Αμα, ξάϊ καλά φυσικά 'κ' έχ'.

(Όμορφη. Α­στράφτει. Αλλά δεν έχει καθόλου καλό χαρακτήρα).

Στην Σάντα, την ομορφιά την ήθελαν συνδυασμένη με τα "καλά φυσικά".

Όμορφες ή άσχημες, ψηλές ή κοντές, μαύρες ή άσπρες, όλες πα­ντρεύονταν. Όλες εύρισκαν το ταίρι τους, αφού ξέρουμε πως όλα εί­ναι σχετικά και... καθένας με το γούστο του.

Νάζη Ασλανίδου.Γεννήθηκε στη Σάντα του Πόντου το 1885

 

Μερικές, είτε από ατυχία, είτε επειδή ο αρραβωνιαστικός τους δεν ξαναγυρνούσε από την ξενιτιά, έμεναν ανύπαντρες. Αυτό το θε­ωρούσαν μεγάλη ατυχία για την οικογένεια.

Τις ανύπαντρες αυτές κοπέλες τις έλεγαν:

"Παλεκόρτσ'" = παλιό (μεγάλο) κορίτσι.

"Σπεντάμαινα" = μόνη, σαν το μοναχικό δένδρο της σφενδάμης.

"Ανάντριστος" = αυτή που δεν παντρεύτηκε, ανύπαντρη.

"Σαλάχ' άγγούρ'" = παραγινωμένο, σκληρό αγγούρι.

"Έπέμ'νεν 'ς σο πουτσάχ'" = έμεινε στη γωνία, ράφι.

"Κατωθύρ' 'κ' έλλαξεν" = δεν άλλαξε κατώφλι, έμεινε δηλαδή στο πατρικό σπίτι.

"Έσκεπάεν τήν κατσάν" = σκεπάστηκε τον κετσέ (χοντρό μάλ­λινο σκέπασμα), επειδή δεν είχε άνδρα να τη ζεστάνει!

"Παραδεβασμάτ'" = κορίτσι που παραωρίμασε.

 

Υπάρχει και σχετικός στίχος:

"Το κορτσόπον ντό 'κ' έντρισεν, τό παραδεβασμάτ',

νά 'ς σήν άγκάλαν έχωρεί καί νά 'ς σό καραββάτ'".

(Κόρη που δεν παντρεύτηκε, η παραγινωμένη,

ούτε στην αγκαλιά χωράει, ούτε και στο κρεβάτι).

 

Ποπη Τσακμακιδου-Κωτιδου

"ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ"

Εκδοσεις Αδελφων Κυριακιδη

 

 

 

Santeos

 

29 Ιουνη '11     12.25'


---


Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 284
Ετικέτα: ποντος, νεα σαντα, σαντά, λαογραφια σαντάς, γυναικες της σαντάς, λαογραφια ποντου, οι ομορφες στη σαντα

Εισάγετε τον κωδικό από την εικόνα 
Το όνομά σας 
E-mail 
(ορατό μόνο στον ιδιοκτήτη του ιστοχώρου)
WWW 

Θέμα

Στο κείμενο μπορείτε να χρησιμοποιείτε Wiki ή HTML tags.



Σανταίοι Μαθηταί εις το εν Τραπεζούντι Φροντιστήριο το σχολικό έτος 1910-1911
Σάντα του Πόντου (Θερισμός 1905)


Κατάχρηση | © Kolobok smiles, Aiwan