Santeos

ΕίσοδοςΕγγραφή
santeos1.mylivepage.com
 
Σαντά .   Φωτ. Αρχείο  Βασ. Σακελλαρίδη
Προσθήκη στα αγαπημένα εμένα Στείλτε ένα e-mail

Καρά-καπάν
Γέφυρα σον Γιάμπολη
Χαμελέτε σον Γιάμπολη
Ο Μύλος τη Πιστόφ
Ισχανάντων- Πινατάντων- Τερζάντων
Είσοδος σον Πιστοφάντων
Πιστοφάντων
Σχολείο σον Πιστοφάντων

Εξωτερικές συνδέσεις:

Our site is at APN Greece Directory
free counters
Επιστροφή στην αρχικήsanteos1.mylivepage.com / ΣΑΝΤΑ(Ιστορια-Λαογραφια) / ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ / Αποδείξεις για την αρχαιότητα της Σάντας

Αποδείξεις για την αρχαιότητα της Σάντας

Δημιουργία θέματοςΔημιουργία θέματος | Για την λίστα

Δημοσιεύτηκε απόΚείμενο

santeos1 Για αποστολή μηνύματος
Πληρωμένος λογαρισμός Πληρωμένος λογαρισμός
Αποδείξεις για την αρχαιότητα της Σάντας
214 μέρες πριν 29.10.2011 18:59:15 Παράθεση('689174','689174','6','5260')">Έκθεση spam

Οι πολυθρύλητες σημειώσεις του Μοναστηρίου Χουτουρά δεν μπορούν να μας πείσουν πώς ή Σάντα κατοικήθηκε 80 χρόνια ύστερα απ’ την άλωση, γιατί έχομε να παραθέσουμε αποδείξεις πολλές περί τού εναντίου. 

Πρώτη απόδειξη  

Το χοτσέτι πού βρέθηκε στην ενορία Πιστοφάντων και εκδόθηκε το 937 Έγείρας (1529 μ.χ.) αναφέρει ότι οι Σανταίοι κατά το 1494 πούλησαν το παρχάρι Κοβλακά στον Τούρκο Γιαγλά Πέσ όγλουν.

Επαναλαμβάνομε ότι ή πώληση του παρχαρίου θα ήταν έρ­γο των ιθαγενών κατοίκων της Σάντας, οι οποίοι για να προβούν σε μια τέτοια δικαιοπραξία φαίνεται θα ήσαν κάτοχοι ελληνικών αυτοκρατορικών τίτλων κυριότητος, και με τούς τίτλους αυτούς θα μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την πώληση του παρχαρίου.

Αποκλείε­ται κατά την γνώμη μας να προέβησαν οι νέοι φυγάδες της Σάν­τας, τούς οποίους αναγνωρίζει ως μόνους κατοίκους της Σάντας ό πρώτος ιστοριογράφος, σε τέτοια πράξη, γιατί οι Τούρκοι δεν θα ήθελαν ν' αναγνωρίσουν σ' αυτούς δικαιώματα ιδιοκτησίας και θα επιχειρούσαν να καταλάβουν με την βία τό παρχάρι Κοβλακά.

Ώστε με μια τέτοια πράξη μπορούσαν ν' ασχοληθούν μόνο οι ιθαγε­νείς Σανταίοι, των οποίων ή συμφωνία με τούς Τούρκους θα είχε ανώτερο κύρος, και μια τέτοια πράξη αποδεκνύειι πώς ή Σάντα δεν έπαψε να είναι κατοικημένη μπροστά από την άλωση.

 Δεύτερη απόδειξη

Αληθοφανή έχουμε αυτή την ίδια σημείωση της Μονής Χουτουρά, πού δεν παρουσιάζεται ανάγκη να επαναληφθεί εδώ. Εκεί αναφέρεται ότι ή Σάντα ήταν παλαιόθεν κατοικη­μένη, και ότι τούς κατοίκους της αφάνισε ό Περσικός πόλεμος. Ώστε ή Σάντα ήταν κατοικημένη πριν από το 540, αφού από το 540 άρχισε ό δεύτερος Περσικός πόλεμος. 

Γι αυτόν τον νέο Περσι­κό πόλεμο, μας λέγει ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος τά παρακάτω: «Ό βασιλιάς τών Περσών Χοσρόης, ωφελούμενος άπό τούς περισπασμούς του Ιουστινιανού στην Δυτική Ευρώπη και συν­εννοημένος με τον Ούΐτιγιν επανέλαβε άπό του 540 τας εχθροπραξίας...

Ό Περσικός στρατός επανέλαβε τότε τας επιδρομάς, αλλά κυρίως ήδη περί Λαζικήν και Αρμενία, όπου εξακολούθησεν ο αγών ούτος επί είκοσι περίπου έτη αμφίρροπος, και κάποτε μεν νικούσαν τά βασιλικά στρατεύματα, κάποτε δε ένικώντο, κάποτε εκυρίευαν φρούρια και κάποτε τά έχαναν, έως ότου οι αντίπαλοι συνομολόγησαν κατά το 562 πεντηκονταετείς σπονδάς. Και ό μεν Χοσρόης παράτησε την Αρμενία και την Λαζική, ό δε 'Ιουστινια­νός για να πετύχη το αποτέλεσμα αυτό-αναγκάστηκε να υποσχεθεί την πληρωμή ετησίου δώρου τριάντα χιλιάδων χρυσών».

Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος

 

Σ' αυτόν τον πόλεμο οι Πέρσες ενώ πολεμούσαν και με τον ηγεμόνα της Λαζίας Τσάθιο, έσφαξαν 400 καλογέρους της Μονής Βαζελώνος και πολλούς άλλους καλογέρους των Μοναστηριών του Πόντου, επίσης αφάνισαν και χιλιάδες χωριά του Πόντου. 

Ανά­μεσα στα χωριά πού εξοντώθηκαν ήταν και ή Σάντα, όπως μας λέγει ή σημείωση, και όπως αναφέρει μια αμυδρά παράδοση πού την ακούσαμε άπό μερικούς γέρους Ίσχανανταίους.

Η παράδοση αυτή λέ­γει πώς ή σφαγή πού μας έγινε, έγινε σε πολύ παλιά χρόνια και όχι στην τούρκικη κατοχή όπως γνωματεύουν μερικοί, γιατί τότε θα ήταν ζωντανή ή ανάμνηση της και θα την θυμόνταν όλοι. Να τί μας λέγει ή παράδοση:

 

Οι Πέρσες στην εποχή του Ιουστινιανού σάν λύκοι μπήκαν στα χωριά της Σάντας και άρχισαν την δήωση και τη σφαγή. Οι κάτοικοι όλων τών χωριών κατέφυγαν τότε στα πυκνά δάση, και πολλοί Ισχανανταίοι πήραν τις οικογένειες τους καί βιάστηκαν να κρυφτούν στους πρόποδες του βράχου Φουρνόπον, πού τον νό­μιζαν ως το πιο μυστικό καταφύγιο της Σάντας.

Σάντα (Ισχανάντων)

 

Δυστυχώς οι Πέρσες τους είδαν πού κατευθύνονται και τους ακολούθησαν. Οι Ισχανανταίοι ήσαν κρυμμένοι για καλά, και άπό το πρωί μέχρι το άπόγευμα της Αποφράδας εκείνης ημέρας οι Πέρσες δεν μπόρεσαν να τούς βρουν.

Εκεί πού απελπίστηκαν οι Πέρσες κι ετοιμάζονταν να φύγουν, τούς ήρθε στ' αυτιά μακρό και παρατεταμένο σφύριγμα. Τί ήταν αυτό; Την παραμονή της ημέρας πού φύγανε οι Ισχαναναταίοι κάποια μητέρα έριξε λίγο ζυμάρι στον φούρνο, κι αφού ψή­θηκε το ζυμάρι το πρόσφερε στο μονάκριβο αγοράκι της σαν πίτα. 

Το παιδί ονόμαζε την πίτα κολόθ και χόρευε χαρούμενο με το κολόθ στη μέση της χαμοκέλας τους, ώσπου έφτασαν οι Πέρ­σες κι ανάγκασαν την μητέρα να φύγει φορτωμένη το παιδί της μαζί με τούς άλλους κατοίκους.

Επάνω στην απερίγραπτη ταραχή εννοείται ξεχάστηκε το κολόθ, και το παιδί μεσ' στον κρυψώνα του Φουρνόπου άρχισε πρώτα να μουρμουρίζει ελαφρά και να ζη­τά το κολόθ. Η μητέρα καθησύχασε το παιδάκι για λίγον καιρό, μα το παιδί άπ' την ανυπομονησία του άρχισε να κάνη τρέλες.

Φώναζε δυνατά: Το κολόθι μ' θέλω ω ω ! Οι Πέρσες τριγύριζαν εκεί κάπου στα δάση σε 100-200 μέτρων απόσταση. Ό κίνδυνος ήταν μεγάλος. Οι καρδιές τών Χριστιανών χτυπούσαν δυνατά. Το φάσμα του θανάτου, ό ίδιος ό θάνατος παρουσιάσθηκε στα μάτια τους τρομερός και αδυσώπητος! 

Στην απελπισία τους όλοι σηκώθηκαν όρθιοι, κρεμάστηκαν επάνω άπ' το παιδί, και με το απαγορευτικό σσσσσ πού έκαναν ικετευτικά ήθελαν να επιβάλουν σιγή στο παι­δάκι. Το παιδάκι αγρίευε όσο πήγαινε, κι αυτοί επέτειναν και πα­ράτειναν το σφύριγμα.

Οι Πέρσες όχι άπ' τις φωνές του παιδιού, μα άπό το σφύριγμα τών μεγάλων ανακάλυψαν τον κρυψώνα κι επιτέθηκαν σα λυσσασμένοι. Πολλές γυναίκες παραφρόνησαν άπ' το φόβο τους, μέσα δε σε λίγα δευτερόλεπτα όλα τά γύρω βουνά, όλες οι τρομερές χαράδρες αντήχησαν άπό τά μοιρολόγια και τις απελπιστικές κραυγές μικρών και μεγάλων, τά δε κακόμοιρα παλληκάρια του Ισχανάντων, αφού του κάκου παλέψανε επί μισή ώρα ένας προς 100 και σκότωσαν πολλούς Πέρσες, επιτέλους υπέκυψαν στο μοιραίο, και μαζί μ' αυτούς εξαφανίστηκε κάθε ζωντανή ύπαρξη, και βάφηκαν με αίμα χριστιανικό και ελληνικό τά πόδια του βράχου Φουρνόπον.

Λοιπόν, μπορεί να πει κανείς πώς ερημώθηκε ή Σάντα. Μα πώς μπορούσε να ερημωθεί τέλεια μια χώρα σαν τη Σάντα πού δι­έθετε δάση απέραντα, χαράδρες σκοτεινές κι' αδιαπέραστες, σπη­λιές και βράχους απόκρημνους; 

Σφάχτηκαν βέβαια μερικοί πού δεν πρόφτασαν να κρυφτούν, μα οι άλλοι πώς ήταν δυνατόν ν' αφήσουν τέτοιο ουρανοκατέβατο κρησφύγετο σαν την Σάντα μας, και να πάν να εκθέσουν τη ζωή τους στα παράλια του Πόντου κι αλλού όπου ή καταστροφή ήταν μεγαλύτερη; 

Άρα ή σημείωση της Μονής Χουτουρά το λέει υπερβολικά, το μόνο βέβαιο λοιπόν είναι ότι οι κάτοικοι της Σάντας πού γλύτωσαν άπ' την Περσική μπόρα κόλλη­σαν καλύτερα στη Γή της Σάντας, την οποίαν δεν εγκατέλειψαν ποτέ.

Λένε μερικοί πώς οι φυγάδες της Σάντας μόλις περνούσε ό κίνδυ­νος άφηναν την άγονη Σάντα και έσπευδαν να εγκατασταθούν σε άλλες περιφέρειες όπου ή ζωή ήταν πιο εύκολη  και πιο άνετη. Αυ­τό είναι σωστό, μα δεν εκπατρίζονταν όλοι, γιατί ή Σάντα δεν ήταν τελείως άγονη. 

Είχε ή Σάντα μας χλοερές εκτάσεις κατάλ­ληλες για κτηνοτροφία και άλλες εκτάσεις κατάλληλες για καλλιέρ­γεια λαχανικών και ολίγων δημητριακών. Ώστε μερικές εκατοντάδες οικογενειών μπορούσαν να ζήσουν πολύ άνετα στη Σάντα.

 Γι αυτό αν και έτυχε να μπαινοβγαίνουν κατά καιρούς στη Σάντα πολλές δεκάδες χιλιάδων φυγάδων, όμως έμεινε πάντοτε ένας σημαντικός πυρήνας κατοίκων, πού κράτησε στη ζωή την Σάντα- μέχρι τών ημε­ρών μας. 

Και το φαινόμενο αυτό της παλιάς εποχής επαναλήφθη­κε και τις μέρες μας γιατί είδαμε νά μεταναστεύσουν στη Ρωσία κατά  τον περασμένο ΙΘ'. αιώνα χιλιάδες Σανταίων, εκείνων πού δεν μπορούσαν να συντηρηθούν στη Σάντα. Όπως λοιπόν παρά τας αθρόας μεταναστεύσεις τών Σανταίων του ΙΘ' αιώνα δεν ερημώθηκε ή Σάντα, έτσι δεν  ερημώθηκε και στα παλιά τα χρόνια για τούς λόγους πού εκθέσαμε.

 

Παναγία Σουμελά

 

Τρίτη απόδειξη

 Εδώ θα πιάσουμε δύο δοξασμένα ονόματα, το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά και το φρούριο του Ακρίτα, πού σε όλον τον Μεσαίωνα μαζί με τ’ άλλα δύο μοναστήρια τού Βαζελώνος και του Περιστερά φώτιζαν τον Ελληνισμό του Πόντου σαν φάροι τηλαυγείς.

Η ύπαρξη αυτών τών προπυργίων του Ελ­ληνισμού στα βάθη του Πόντου ήταν κάτι το μεγαλοπρεπές! Ή Σάν­τα μας στάθηκε τυχερή πού είχε στο πλάι της τά ως άνω δύο εθνικά μνημεία πού την ζωογόνησαν στον Μεσαίωνα, και της έμ­πνευσαν θάρρος και πίστη στο δοξασμένο μέλλον της, μα και αυτά στάθηκαν τυχερά πού είχαν την Σάντα και τά γύρω της κατοικημένα οροπέδια πλάι τους.

Δεν παρουσιάζεται ανάγκη να εξάρομε εδώ τις μεγάλες υπηρεσίες πού πρόσφερε η  Παναγία του Σουμελά στον Ελληνισμό του Πόντου και ιδιαίτερα στην πατρίδα μας Σάντα, παρουσιάζεται όμως ανάγκη να εξάρομε την επίδραση πού είχαν ή Σάντα και οι άλλες κατοικημένες με χριστιανικό πληθυσμό χώρες του Πόντου στην τύχη του Μοναστηριού της Παναγίας Σουμελά και τών άλλων μοναστηριών.

Ή ίδρυση στον Πόντο κατά τον Δ', αιώνα τών μοναστηριών τού Βαζελώνος και του Σουμελά και αργότερα του Περιστερά μαρτυρεί ότι ήταν πυκνά κατοικημένη κατά τόν Μεσαίωνα ή περιφέρεια Τραπεζούντας από χριστιανικό και ελληνικό πληθυσμό. 

Βέβαια, ο αμέτρητες φυλές του Πόντου, Χάλυ­βες, Κόλχοι, Τάοχοι, Τιβαρηνοί, Μοσύνοικοι, Μάκρωνες, οί περίφημοι Δρίλαι και άλλοι δέν εξελληνίσθηκαν αμέσως αν καί ασπάσθη­καν την χριστιανική θρησκεία καί είχαν την ελληνική ως γλώσσα τών θείων καί ιερών τελετών. Πέρασαν αιώνες κι αυτοί είχαν τις επισκοπές τους με βαρβαρικά ονόματα.

Λοιπόν ή συγχώνευση όλων τών φυλών του Πόντου και ο τέλειος εξελληνισμός αυτών συμπληρώθηκε όταν οί Κομνηνοί μας πάτησαν το πόδι τους στην Τραπεζούντα. Στην εποχή τών Κομνηνών ούτε ίχνος έμεινε στον Πόντο από τις βάρβαρες φυλές πού αναφέραμε, είχαν δε οί Κομνηνοί βοηθούς στο έργο της αφομοίωσης των φυλών όλον τόν ελληνικό κλήρο και τα Μοναστήρια, προπαντός όμως τό Μοναστήρι Σουμελά.

 Ό 'Ελληνικός πολιτισμός θαυματούργησε στον Μεσαίωνα, γιατί με την βοήθεια του Χριστιανισμού κατόρθωσε να επιδείξει το λαμπρό μεγαλείο του καί ν' αφομοιώσει άθελα κι αβίαστα τις βάρβαρες φυλές όλης της Μικρός Ασίας καί προ παντός του Πόντου. 

Από όλα αυτά εύκολα συμπεραίνομε πώς τά μοναστήρια φύτρωσαν καί προόδεψαν εκεί όπου βρισκόταν συμπυκνωμένος χριστιανικός πληθυσμός, έτοιμος νά προστατέψει τά Μοναστήρια καί νά καθοδηγηθεί από αυτά στην εξάσκηση τών καθηκόντων του προς τόν θεόν καί προς τόν πλησίον.

Ένας ιστο­ρικός μας, ό Επαμεινώνδας Κυριακίδης διαφωνεί στο σημείο αυτό καί λέγει πώς όπου υπήρξαν μοναστήρια σώθηκε ό χριστιανισμός, όπου δε δέν υπήρξαν εκεί καταστράφηκε. θα φιλοξενήσουμε εδώ μερικές γραμμές άπό τό έργο του ίδιου ιστορικού γιά τό Μοναστή­ρι τής Παναγίας Σουμελά.

 

Νά τί λέγει:

«Σε εποχή φοβερής απαιδευσίας στάθηκε τό Μοναστήρι Σουμελά πολύτιμο κέντρο, όπου μορφώνονταν ιερείς καί διδάσκαλοι, καί άπ' όπου διαδιδόταν τό φώς τής παιδείας στα πέριξ. Όταν  τά ελληνικά γράμματα διώχτηκαν άπ' τη Βασιλική πόλη τών Τραπεζούντιων, στα Μοναστήρια του Σουμελά του Βαζελώνος και του Περιστερά βρήκαν ασφαλισμένο καταφύγιο, καί μόνο στα Μοναστή­ρια αυτά ύστερα άπ' την πτώση τών Κομνηνών βρίσκομε λογίους, άπ' τους  οποίους διαλέγονταν οί Αρχιερείς του Πόντου. 

Στήν εποχή πού ή λατρεία του Χριστού δέν ήταν δυνατόν να εξασκηθεί ελεύθερα, τό Μοναστήρι Σουμελά στάθηκε λιμάνι σωτήριο, δεχόταν τούς κατατρεγμένους Χριστιανούς, ενώ εκεί όπου δέν βρίσκονταν μονα­στήρια εντελώς κατεστράφη».

Λοιπόν ότι κι αν μας λέγει ό Κυριακίδης δε μπορεί νά μας πείσει, γιατί σαν συγγραφέας της 'Ιστορίας τής Μονής Σουμελά πού ήταν παρασύρθηκε άπό τις εισηγήσεις τών πατέρων του Μοναστη­ριού καί δέν μπόρεσε νά γράψει αμερόληπτα. Εμείς παραδεχόμα­στε την γνώμη πολλών άλλων Ιστορικών, προ παντός την γνώμη τού Περικλή Τριανταφυλλίδη στα Προλεγόμενα τών «Φυγάδων» σελ.60

 Αυτός μας λέγει

«'Αναφαίνεται τό ζήτημα αν χρεωστείται εις τά μοναστήρια ή διάσωσις του περί αυτά Χριστιανισμού, ή τανάπαλιν επέζησαν τά μοναστήρια διότι διετηρήθη περί αυτά ακμαίος ό χριστιανισμός, την δε έπίζησιν του Χριστιανισμού εις άλλα νά άναζητήσωμεν αί­τια και ουχί εις την ένέργειαν και έπίδρασιν τών μοναστηριών. Διό­τι όπου ύπήρχον μεν μοναστήρια, έλειπαν όμως και άλλα αίτια, τά Μοναστήρια ούτε τόν χριστιανισμόν ούτε έαυτά κατώρθωσαν νά σώσωσι, μάρτυρες τά λοιπά του κράτους μοναστήρια έρημωθέντα και καταστραφέντα, άμα άπεξηράνθη ό τρέφων και ζωογονών και συντηρών αύτά χριστιανισμός.

Τά δέ περί Πυξίτην και Κάνιν επέζησαν, διότι ό περί αύτά χριστιανισμός ενισχυθείς διετηρήθη ακμαίος. Τούτο είναι κατά μέγα μέρος αληθές δέν πρέπει δηλονότι νά άποδώσωμεν τήν διατήρησιν του χριστιανισμού εις μόνην τήν έπίδρασιν τών μοναστηριών, αύτη και μόνη ήθελεν είσθαι ανεπαρκής, και ότι εις τήν έπίζησιν τού χριστιανισμού άλλαι περιστάσεις συνέτρεξαν, και εις έκείνας κυρίως οφείλεται τούτο, τά δέ μονα­στήρια όφείλουσι τήν ύπαρξιν αυτών εις τήν διατήρησαν περί αύτά ακμαίου Χριστιανισμού, αν δέ έλειπεν ούτος, δέν ήδύναντο αύτά καθ' έαυτά άνευ τής του χριστιανισμού Επιδράσεως και βοηθείας νά διατηρηθώσι. Τό κύρος τούτων τών συλλογισμών ουδείς νά αναιρέση δύναται».

Με τήν σειρά μας λοιπόν έπιμένομε κι εμείς και λέμε πώς όχι τά μοναστήρια έσωσαν τόν χριστιανισμό, παρά ο χριστιανισμός έσωσε τά μοναστήρια. Δηλαδή εκεί όπου έλειπαν οί χριστιανοί ερη­μώθηκαν και τά Μοναστήρια, και εκεί όπου βρισκόταν πυκνός χρι­στιανικός πληθυσμός σώθηκαν και τά Μοναστήρια. 

Αφού λοιπόν οί περισσότεροι ιστορικοί μας δέν παραδέχονται μοναστήρια χωρίς πληθώρα χριστιανών γύρω τους, γιατί αλλιώς τά τέτοια μοναστή­ρια θα ήσαν ερημητήρια γιά Ασκητές, άρα αναγκαζόμαστε νά πα­ραδεχθούμε πώς τό μοναστήρι του Αϊ Γιάννη του Βαζελώνος με τούς 400 καλογέρους του και τό δικό μας μοναστήρι τής Παναγίας του Σουμελά πού ιδρύθηκαν τόν 4ον αιώνα είχαν όχι μόνο τήν Σάν­τα μας κοντά τους, μα και πληθώρα άλλων χριστιανικών χωρίων, όπως τό Κουσπιδή ,Σκαλίτα ,Άγουρζενόν κλπ. πού ήσαν πολύ κον­τά, επίσης και πληθώρα άλλων χωρίων σκορπισμένων στα γύρω τους βουνά και οροπέδια μεγάλα και μικρά, όσα ήσαν επιδεκτικά καλ­λιέργειας, όπως τό Μετσίτ, τό Τάσκιοπρι, τό Καζοκλή, τό Κοβλακά, ή Μονενέ, τ'Αμπάρια και τόσα άλλα στις περιφέρειες Σάντας Μα­τσούκας και Γαλίανας. 

Είπαμε παραπάνω ότι αναγκαζόμαστε νά παραδεχθούμε πώς τό Μετσίχ και τ' άλλα οροπέδια του Πόντου σάν επιδεκτικά καλλιέργειας πού ήσαν θα ήσαν κατοικημένα, και έχομε γι αυτό τις παρακάτω αποδείξεις:

1) Ξέρομε ότι ύστερα άπό τήν άλωση όλοι οί χριστιανοί εγκατέλειψαν τα χωριά τους πού τά εί­χαν φτιαγμένα σε πεδινές καί γόνιμες εκτάσεις, θέλεις στα παρά­λια θέλεις στα οροπέδια, καί κατέφυγαν σε γκρεμούς καί σε χαράδρες όπου έφτιαξαν τις σκηνές καί τις καλύβες τους γιά ν' αποφύγουν όσον τό δυνατόν τις καταδιώξεις του κατακτητή Τούρκου. 

Λοιπόν καί όσοι Έλληνες ζούσαν στα οροπέδια του Μετσίτ, τού Τάσκιοπρι κι αλλού εγκατέλειψαν τά χωριά τους σάν πεδινά πού ήσαν καί κατέφυγαν στις χαράδρες της Σάντας, τής Κρώμνης, τής Γαλίανας, τής Ματσούκας καί ζήτησαν τήν προστασία καί τήν ύποστήριξη τών Ιθαγενών χριστιανών.

Αύτό τό βεβαιώνει καί ό α' ιστοριογρά­φος τής Σάντας πού άναφέρει πώς πολλοί φυγάδες του πεδινού Τάσκιοπρι τής Σάντας τό εγκατέλειψαν καί κατέφυγαν στο Μιντσινά, πού ήταν περικυκλωμένο άπό απρόσιτα βουνά καί απέραντα δάση.

Κι ό ίδιος ό Ξενοφών βεβαιώνει πώς τά οροπέδια μας ήσαν κατοικημένα στην εποχή του. Ό οδηγός τών Μυρίων αφού τούς οδήγησε στο όρος θήχη τούς έδειξε άπό κει  ένα χωριό γιά νά κατασκηνώσουν, επίσης δέ τούς έδειξε καί τόν δρόμο τών Μακρώνων. 

Ό Ξενοφών λέγει τά εξής σχετικά : «Κώμην δέ δείξας αύτοίς, ου σκηνήσουσι,καί τήν όδόν, ήν πορεύσονται εις Μάκρωνας, εκεί εσπέρα έγένετο, ώχετο τής νυκτός άπιών».

Ώστε τό χωριό πού έδειξε οδηγός άπ'τό Καράκαπαν  τής Σάντας στους Μύριους γιά νά κατασκηνώσουν θα εκείτο κοντά στην κορφή τού όρους θήχη, δηλ. σε κάποιο υπήνεμο μέρος του οροπεδίου Μετσίτ. Καί αν παραδεχθούμε ακόμη για τον θήχην, τον αεσέρ, πάλι το χωριό του Ξενοφώντος θα έκειτο σε κάποιο κοντινό του Αεσέρ, πάλι το χωριό του Ξενοφώντος θα έκειτο σε κάποιο κοντινό του Αεσέρ οροπέδιο.

 Προβάλλεται τώρα τό ερώτημα: Άραγε ζούσαν Έλληνες στα οροπέδια τής Σάντας Γαλίανας καί Ματσούκας; 

Αύτό δέν επιδέχεται αμφιβολία, γιατί αφού αποδείξαμε πώς ήταν κατοικημένη ή Σάν­τα άπ' τά παλιά τά χρόνια άρα και τό Μετσίτ καί τό Τάσκιοπρι σάν δορυφόροι τής Σάντας καί με τό ίδιο μ' αυτή κλίμα θα ήσαν κι αυτά κατοικημένα, εκείνα δέ πού ισχύουν γιά τό Μετσίτ καί τό Τάσ­κιοπρι ισχύουν καί γιά τά οροπέδια τής Γαλίανας, τής Ματσούκας καί όλου του Πόντου.

2) Άλλη απόδειξη έχουμε τήν ελληνική ονομασία του καλύτερου παρχαρίου του Μετσίτ. Τό παρχάρι αυτό λέ­γεται Αρνοστάλ = Αρνοσταύλ, σταύλος αρνιών, πιθανόν δέ νά υπάρχουν καί άλλα παρχάρια με ελληνικές ονομασίες.

 

'Αφού λοιπόν αποδείξαμε ως κατοικημένα τά υπερκείμενα τών μοναστηριών οροπέδια, τά σημερινά παρχάρια, θα παραδεχθού­με ως πυκνότερα κατοικημένες και τις χαμηλές κοιλάδες τοϋ Πυξίτη, έτσι δέ θα έχουμε στον Πόντο κατά τόν Μεσαίωνα ένα φαεινό σέλας ελληνικό καί χριστιανικό με τρεις λαμπερούς ήλιους, τά τρία μας έξαρχικά μοναστήρια του Σουμελά του Βαζελώνος καί τού Περιστερά.

Τά οροπέδια μας δέν ήσαν περιφρονητέα, είχαν και έχουν έδαφος παχύ, και τό κλίμα τους αν και ψυχρό επέτρεπε και επιτρέπει νά καλλιεργηθούν και νά ευδοκιμήσουν θαυμάσια δημη­τριακά λαχανικά και πολλά άλλα είδη εκτός άπό τά όσπρια.

Και ή κτηνοτροφία μπορούσε νά αναπτυχθή θαυμάσια στα βουνήσια αυ­τά χωριά. Σ' εκείνους πού θα πουν πως δέν πιστεύουν νά ήσαν κατοικημένα τά βουνά αύτά στον Μεσαίωνα γιατί και επί τουρκο­κρατίας δέν ήσαν κατοικημένα, μπορούμε ν’ απαντήσουμε πώς επί τουρκοκρατίας μπορούσαν νά ερημωθούν όχι μόνο οροπέδια αλλά και πόλεις πολυάνθρωποι, πώς στην τούρκικη μπόρα δέν μπόρεσε ν' αντισταθεί ό Πόντος, πώς στις πρώτες μέρες τής άλωσης ο μισός ελληνικός πληθυσμός του Πόντου τούρκεψε ή αλλιώς πως εξοντώθηκε, και πώς άπ' τόν υπόλοιπο πληθυσμό άλλοι κατέφυγαν σε ο­ρεινές περιοχές γιά ν' αποφύγουν τήν ,καταδίωξη, και άλλοι τούρ­κεψαν και μοίρασαν τις πλούσιες γαίες τών παραλίων μέ τούς έξω­θεν τούρκους.

Έτσι επήλθε τέλεια ή ερήμωση τών οροπεδίων, και παρ' όλους τούς 5 αιώνες πού πέρασαν ό Πόντος δέν μπόρε­σε ν’ αριθμήσει περισσότερους άπό ένα εκατομμύριο κατοίκους Τούρκους και χριστιανούς μαζί, ενώ στην εποχή τών Κομνηνών έτρεφε 2 εκατομμύρια.

 Άπό τ' ανωτέρω βγαίνει τό συμπέρασμα : Ό Πόντος κατά τόν Μεσαίωνα ήτο πυκνοκατοικημένος και για να  τραφούν τά 2 ή 3 εκατομμύρια του ήταν ανάγκη νά καλλιεργηθούν όλες οί γωνίες του, οροπέδια βουνά κοιλάδες κλπ. Γιά  την εντατική καλλιέργεια τών οροπεδίων τής Σάντας, Γαλίανας, Ματσούκας και των άλλων τμημάτων του Πόντου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, αφού και οί πα­τέρες μας στον περασμένο Ιθ' αιώνα και πιο μπροστά καλλιεργούσαν εντατικά τά οροπέδια τής Σάντας Κρεπέγαδα, Λεντά, Μεσοράσ, Καζουκλή, Σουλάχα, Τάσκιοπρι Κατάρουξα  κλπ. μέ δημητριακά πού ευδοκιμούσαν, και μάλιστα οί Κυρτογλάνται και λίγοι άλλοι καλλιεργούσαν τό οροπέδιο του Τάσκιοπρι, πού έχει υψίπεδο ανώτερο άπό όλα τά γύρω οροπέδια, μέ σιτάρι και κριθάρι κατά τόν σημερινό Κ', αιώνα.

Σήμερα ό Πόντος είναι σχεδόν έρημος, έχει όμως όλες τις δυνατότητες νά θρέψη διπλάσιo και τριπλάσιο άπ' τόν σημερινό πληθυσμό, γιατί ό πληθυσμός του κατά τόν Μεσαίωνα ζούσε μόνο σχεδόν μέ τήν γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ σήμερα ό μισός πληθυσμός του μπορεί νά ζήση με τις επιστήμες και τις τέχνες.

Ας έρθουμε τώρα στο φρούριο του Ακρίτα. Ο Μέγας 'Ιου­στινιανός και όλοι οί κατά καιρούς στρατιωτικοί και πολιτικοί διοι­κητές του Πόντου, καθώς κι αυτοί οί Κομνηνοί έφτιαξαν σε επίκαιρα σημεία του Πόντου φρούρια ισχυρά, ικανά νά προστατέψουν τόν πληθυσμό άπό τις επιδρομές τών Τουρκομανικών και Περσικών φυ­λών. Ένα άπ' αύτά τά φρούρια ήταν  και το φρούριο του Ακρίτα πού βρισκόταν στα σύνορα τής Σάντας επάνω σ’ έναν πετρώδη λόφο ανάμεσα του Κοβλακά καί του Μονενέ.

 Γιά τό μεγάλης αξίας φρού­ριο αυτό, πού προστάτευε όλα τά γύρω κατοικημένα οροπέδια, δη­μοσίευσα τόν Σεπτέμβρη του 1912 στις εφημερίδες «Κράτος» τών Αθηνών, «Φάρος τής Ανατολής» τής Τραπεζούντας καί «"Αργο­ναύτης» τοϋ Βατούμ τά παρακάτω:

 

Φρούριο στον Πόντο

'Επάνω στα οροπέδια τής Σάντας (Μετσίτ) καί στην αριστερή όχθη του ρυακιού Κοβλακά υψούται κάποιος κωνοειδής λόφος, κι’ επάνω σ' αυ­τόν βρισκόταν φρούριο μεγάλης στρατηγικής άξιας.

Τό φρούριο αυτό πού λέγεται φρούριο του Ακρίτα χτίστηκε -άπ' τούς Έλληνες άποικους τής Τραπεζούντας, και χρησίμευσε γιά ορμητήριο τών 'Ελλήνων στις συμπλο­κές τους μέ τούς Πέρσες, τούς Κούρδους καί άλλους.

 Κοντά άπ' τό φρού­ριο αυτό κατά τή δυτική του πλευρά περνούσε ό δημόσιος δρόμος πού έφερνε στα βάθη της 'Ασίας, καί πού διακρίνεται καί σήμερα. Πέρασαν χι­λιετηρίδες ολόκληροι καί τό φρούριο αυτό πού έχει τόση αρχαιολογική αξία έμεινε απαρατήρητο γιά μεγάλη ζημία της 'Ιστορίας τού Πόντου.

Εδώ καί 40 χρόνια οί Σανταίοι Σπυρίδων Μαντίδης, Γεράσιμος Μωϋσιάδης και Παπα Παύλος Κεχαγιόπουλος βγήκαν στον λόφο αυτό, όπου διάκριναν εκ­τός άπό τά ερείπια του φρουρίου καί μια καλοφτιαγμένη στέρνα χωρίς νε­ρό.

 'Επίσης είδαν καί μια υψηλή κυκλική πόρτα άπό γρανίτη επάνω στην είσοδο τού φρουρίου. Η πόρτα αυτή καί ή στέρνα που τις σεβάστηκαν αι­ώνες ολόκληροι καταστράφηκαν άπό τούς γύρω Τούρκους, καί ή μεν στέρ­να σκεπάστηκε άπό χώματα και πέτρες, τις δέ ωραίες πελεκητές πέτρες της πόρτας ποιος ξέρει ποιός τις άρπαξε καί τις χρησιμοποίησε γιά κάποια καλύβα ή μάντρα τών παρχαρίων. Κατά τήν γνώμη μου επιβάλλεται νά γίνουν σ' αυτό τό φρούριο ανασκαφές.

Μ. Κ. Νυμφόπουλος

 

 Στο δημοσίευμα αυτό πέσαμε σε μια ανακρίβεια, πού είναι καιρός νά τήν διορθώσουμε. Λέμε πώς οί Έλληνες άποικοι τής Τρα­πεζούντας έφτιαξαν τό φρούριο καί δέν πήραμε ύπ' όψιν πώς τέτοια σοβαρά έργα δέ μπορούν νά φτιάξουν ιδιώτες παρά μόνο βασιλιάδες καί αρχηγοί κρατών, καί τέτοιοι υπήρξαν πολλοί πού τούς υποσκελίζει όλους ό Μέγας Ιουστινιανός.

Γιά τό φρούριο αυτό δέν μπορού­με βέβαια νά ορίσουμε τή χρονιά πού ιδρύθηκε, άλλ' έχομε τήν γνώ­μη πώς κι' αυτό φτιάχτηκε στην εποχή τού 'Ιουστινιανού καί τάχθη­κε νά προστατέψει τούς κεντρικούς εμπορικούς δρόμους καί τις γύρω κατοικημένες περιοχές μαζί μέ τά μοναστήρια.

 Αφού δέ τό φρούριο αυτό κείται κοντά στα σύνορα τής Σάντας, άρα καί ή Σάντα ήταν κα­τοικημένη κατά τόν Μεσαίωνα. Κάτω άπ' τό φρούριο αυτό κατά τό άνηφοράκι τού δρόμου Μονενέ βρίσκεται μια μεγάλη πέτρα βάρους 1000 περίπου οκάδων, πού κατά τήν παράδοση τήν άρπαξε ό 'Ακρί­τας καί τήν εκσφενδόνισε ψηλά άπό τό Φρούριο ενάντια στους εχθρούς του. Η πέτρα αυτή λέγεται τ' Ακρίτα τό λιθάρ.

Ένα άπό τά φρούρια του εσωτερικού του Πόντου πού επέδειξε τήν μεγαλύτερη αντίσταση στους Τούρκους ύστερα άπ’ τήν άλωση ήταν καί τό φρούριο αυτό τής Σάντας. Τό φρούριο αυτό, τό απρόσιτο του εδάφους τής Σάντας καί ή ανδρεία τών κατοίκων της επέτρεπαν στον 'Ελληνικό πληθυσμό της νά παραμείνει στην πατρίδα του γιά πολλούς αιώνες καί νά υπερασπίζεται τήν Ελευθερία του, καί έτσι ύστερα άπ' τήν άλωση ενώ βασίλευε σ' όλο τόν Πόντο ερήμωση καί καταστροφή, μόνο στη Σάντα καί σε λίγα άλλα ορεινά τμήματα του Πόντου ανάπνεαν οί Χριστιανοί αέρα ελεύθερο, καί δέν επέτρεπαν στους Τούρκους νά κάνουν τις αυθαιρεσίες πού έκα­μναν αλλού.

 'Απόδειξη  ότι οι Σανταίοι 33 χρόνια ύστερα άπ' τήν ά­λωση έκαμαν πράξη αγοραπωλησίας παρχαρίου μέ τούς Τούρκους ως ίσοι προς ίσους, ενώ αλλαχού του Πόντου γινόταν εξόντωση τών Χριστιανών μέ τόν σφετερισμό τής κινητής καί ακίνητης περι­ουσίας τους.

 

Τετάρτη απόδειξη έχομε τά πολλά μας αρχαία παρεκκλήσια.

Πρώτο παρεκκλήσι: Στο Τουρκοχώρι Γουλιτσάντων υπάρχουν τά ερείπια όχι παρεκκλησίου, αλλά καθεδρικής εκκλησίας του 'Αγ. Δημητρίου. Ή εκκλησία αυτή ήταν άσβεστοφτιαγμένη με πέτρες καί με οπτόπλινθους, καί ήταν θαυματουργή.

Σ' αυτή λειτουργούσαν κάθε 26 του 'Οκτώβρη ως τά τελευταία χρόνια οί παπάδες τής Σάν­τας καί προ παντός ό παπάς τών Δώδεκα 'Αλατιών.

Πολλές γυναικούλες τής εποχής μας πού βασανίζονταν άπό ψυχικά νοσήματα εύρισκαν τήν σωτηρία τους μόλις εκκλησιάζονταν στο ναό αυτό, άναβαν στα χαλάσματά του ένα κερί, καί έπαιρναν, καί λίγους  οπτόπλινθους άπ' τά χαλάσματα γιά φυλαχτό. 'Ακόμα καί πολλές υστερικές Τουρκάλες προσέρχονταν μ' ευλάβεια στην εκκλησία αυτή καί γίνονταν καλά.

Τόν χειμώνα του 1885 ό 'Ισμαήλ Κατόγλου, Τούρκος κάτοι­κος του χωρίου Γουλιτσάντων, είδε νά γκρεμίζεται άπ' τόν άνεμο ένα αιωνόβιο δέντρο πού φύτρωσε μόνο του μεσ' στο ξέσκεπο Άγιο Βή­μα του Αϊ Δημήτρη.

 'Από περιέργεια ό 'Ισμαήλ πάγει καί βλέπει κοντά στις ρίζες του πεσμένου δέντρου τήν Αγία Τράπεζα αναποδογυρισμένη καί κοντά στην Άγια Τράπεζα μια λαγήνα μικρή αναποδογυρισμένη κι’ αυτή καί σπασμένη άπ' τήν μια άκρη. 'Αρπάζει τήν λαγήνα ό Ισμαήλ καί βλέπει με θαυμασμό νά χύνονται άπ' αυτή πλήθος ασημένια νομίσματα ξένα.

Ό 'Ισμαήλ πηγαίνει καί τά δείχνει σ έναν θείο του, ό όποιος αποπειράθηκε ν' αρπάξει μερικά, μα ό 'Ισμαήλ δέν τοϋ τό επέτρεψε, καί τότε ό θειος του άπό εκδίκηση κα­τεβαίνει στην Τραπεζούντα καί ειδοποιεί τις 'Αρχές.

Ό Ισμαήλ κα­τατρομαγμένος ανεβαίνει στη Σάντα καί συμβουλεύεται τούς δύο Σανταίους φίλους του, τόν Χαράλαμπο Σπαθάρο καί τόν 'Απόστολο Στουλαρά. Οί δυό αύτοί κατεργαραίοι  καταφέρνουν τόν Ισμα­ήλ καί τού παίρνουν τά λεφτά άπ' τά χέρια.

Ύστερα άπό λίγες μέρες τέσσερις Τούρκοι Αξιωματικοί τής χωροφυλακής με 30 χωροφύ­λακες ανέβηκαν στο Γουλιτσάντων καί ένήργησαν τήν σύλληψη του Ισμαήλ καί του θείου του. Ό Ισμαήλ υστέρα άπό πολλά βασανι­στήρια ομολόγησε πώς τά λεφτά τά πήρε ό 'Απόστολος Στουλαράς, καί δέν ανάφερε τίποτε γιά τόν Χαράλαμπο Σπαθάρο γιατί τόν φοβό­ταν.

Τό Σάββατο τής Τυρινής ανέβηκαν όλοι οί χωροφύλακες στο Ίσχανάντων με δεμένους οπισθάγκωνα τόν Ισμαήλ καί τόν θείο ίου. Ό πληθυσμός του Ίσχανάντων έγινε ανάστατος. Κανένας Ισχανανταίος δέν ήξερε τόν λόγο της κίνησης αυτής. γιατί οί Τούρ­κοι αξιωματικοί( ήθελαν νά κάνουν αιφνιδιασμό γιά νά βρουν τά νομίσματα.

Τέλος οί αξιωματικοί μπήκαν ξαφνικά στο σπίτι του 'Αποστόλου Στουλαρά. όπου ένήργησαν αυστηρότατη έρευνα, μα δέν βρήκαν τίποτε. Έδεσαν τότε τόν 'Αποστόλη με τούς δύο Τούρ­κους καί ξεκίνησαν τό πρωί τής Κυριακής τής Τυρινής γιά τήν Τρα­πεζούντα. Οί προεστοί του Ισχανάντων παρακάλεσαν τούς αξιωματικούς νά αναβάλουν τήν αναχώρηση τους γιά τήν Καθαρή Δευ­τέρα, γιά νά μπορέσει ό κακομοίρης 'Αποστόλης νά γιορτάσει τήν Κυριακή τής Τυρινής, πού τήν είχαμε στη Σάντα γιά μεγάλη θρη­σκευτική γιορτή. Οί αξιωματικοί δέν δέχτηκαν καί ξεκίνησαν.

 Τότε 15 οπλοφόροι του Ισχανάντων με αρχηγό τόν ανιψιό του 'Απο­στόλη τόν Νικόλαο Στουλαρά, πού είχε γιά τήν μεγάλη του τόλμη τό παρατσούκλι Βασιλιάς, ζήτησαν επιτακτικά άπό τούς άξιωματι- κούς νά τούς παραδώσουν τόν 'Αποστόλη γιά νά γιορτάσει τήν Αποκριά.

Οί αξιωματικοί αναγκάστηκαν νά συμμορφωθούν, καί ξεκί­νησαν τήν Καθαρή Δευτέρα πρωί γιά την Τραπεζούντα με τούς τρεις. Ή δίκη τών τριών έγινε ύστερα άπό έναν μήνα, στο δικαστή­ριο δέ ό 'Αποστόλης απαλλάχτηκε άπό τήν κατηγορία καί γύρισε στη Σάντα. Κατά την δίκη τόν 'Αποστόλη τόν υποστήριξαν ό Νικο­λής Τεμιρτσόγλους καί ό Νεμλή Ζατές. Άπ' τούς άλλους δύο κα­τηγορουμένους ό μεν θείος του Ισμαήλ έμεινε φυλακισμένος 3 μή­νες, ό δέ Ισμαήλ 18.

Στήν εκκλησία αυτή πού είχε μάλιστα καί τοιχογραφίες, πε­ρικλείεται ένα κομμάτι τής ιστορίας τής Σάντας. Καί μόνο ή ύπαρ­ξη τής εκκλησίας αυτής στο Γουλιτσάντων αρκεί ν' αποδείξει πώς ή Σάντα ήταν κατοικημένη πριν άπό τήν άλωση τής Τραπεζούντας, γιατί δέν ήταν δυνατόν τά μεν παραμεθόρια χωριά τής Σάντας νά έχουν ίστορικοθρησκευτικά μνημεία και προχωρημένο πολιτισμό, ή δέ Σάντα νά είναι τελείως έρημη.

Τά παραμεθόρια αύτά χωριό όπως λέμε κι' αλλού, τά χρη­σιμοποιούσαν οί Σανταίοι κατά τόν Μεσαίωνα ως παραρτήματα, καί αργότερα μετά τήν άλωση άμα τούρκεψαν πολλοί κάτοικοι τους τά αντικατέστησαν με τά Φτελένια.

 Ώστε τά χωριά αύτά ήσαν αναπόσπαστο τμήμα της Σάντας, καί μόνο σ' αυτά μπορούσαν σε ώρα κινδύνου νά καταφύγουν οι κάτοικοι τους, όπως και κατέφυγαν πολλοί άτι' αυτούς μετά τήν άλωση και έσωσαν τόν εθνισμό τους και τή θρησκεία τους.

Ή σημερινή ελληνική ονομασία τών γειτο­νικών μας τουρκοχωριών Άγρίδ, Μεσοχώρ, Φώσια (Φώτα) κλπ. τι άλλο μαρτυρεί παρά τήν Ελληνικότητα αυτών; "Έπειτα ή Σάντα,  άγονη, ψυχρή και πετρώδης χώρα ήταν υποχρεωμένη γιά λό­γους επιβίωσης της νά στηρίζεται σε κάποια παραρτήματα με κλί­μα γλυκύτερο και με χωράφια αποδοτικά, και τέτοια είχε σε όλο τόν Μεσαίωνα τά ως άνω γειτονικά μας τουρκοχώρια.

Άλλωστε οί ανάγκες τής επιβίωσης της υποχρέωσαν τήν Σάντα νά φτιάξη κατά τήν τούρκικη κατοχή τά παραρτήματα Φτελένια, όπου πολλοί Σανταίοι έζησαν ως τά τελευταία και ανέπτυξαν θαυμάσια τήν κτη­νοτροφία τους και εν μέρει τήν γεωργία τους.

Δεύτερο παρεκκλήσι.

 Μέσ' τήν καρδιά τής Σάντας βρίσκε­ται ή κοιλάδα τού Αϊ Γιάννη πού πήρε τ' όνομα της άπό τό παρεκ­κλήσι του "Αϊ Γιάννη. Τα χαλάσματα της έκκλησίτσας τοϋ Αϊ Γιάν­νη ήσαν σε όλα τους όμοια με τά χαλάσματα τής Εκκλησίας του Αϊ Δημήτρη του Γουλιτσάντων, αδιάφορο αν τά βεβήλωσαν αργότερα οί δικοί μας καί τά σκέπασαν με νέους τοίχους όμοιους με τοίχους αχουριού.

Εδώ εφ' όσον τό παλαιό παρεκκλήσι του Αϊ Γιάννη είχε τό Άγιο Βήμα δισυπόστατο και άπεδίδετο ή ίδρυση του ατούς Αρμένιους, είναι καιρός νά πούμε πώς τό παρεκκλήσι αυτό καί ή Αρμένικη φυσιογνωμία μερικών Τούρκων κατοίκων τών χω­ρίων Ίσχάν, Σίμωνα, Άγρίδ  και Γουλιτσάντων έβαλαν σε υποψία μερικούς, και ή υποψία αυτή κατάντησε έμμονη ιδέα πώς κατοική­θηκε κάποτε ή κοιλάδα της Σάντας πέρα γιά πέρα άπό Αρμένιους, (1) μα τέτοιο πράγμα δέν, αναφέρουν ούτε οί προφορικές ούτε καί οί γραπτές παραδόσεις μας.

Τό μόνο βέβαιο είναι ότι οί Τούρκοι τών χωρίων Άγρίδ, Μεσοχώρ, Σίμωνα, Φώσια (Φώτα) καί άλλων πού έχουν ελληνική ονομασία είναι γνήσιοι απόγονοι τών Ιθαγενών Ελ­λήνων κατοίκων τής κοιλάδας Σάντας, οί όποιοι Επειδή γειτόνευαν 

με τά Σούρμενα δέν μπόρεσαν μετά τήν άλωση ν’ αντισταθούν στην πίεση τών Τούρκων αγάδων τών Σουρμένων, καί τούρκεψαν μερικοί, οί δέ άλλοι έφυγαν στη Σάντα.

Γιά κείνους πού εννοούν νά παρα­δεχθούν πώς όλα τά κοντινά χωριά τής Σάντας ήσαν κατοικημένα αποκλειστικά άπό 'Αρμένιους, έχομε ν' αντιτάξουμε τά παρακάτω : Σε όλο τό Μεσαίωνα μόνο μια φορά αναγκάστηκαν λίγοι 'Αρμένιοι νά ζητήσουν άπό τους Κομνηνούς νά τούς επιτρέψουν προσωρινή εγκατάσταση στην Τραπεζούντα, καί οί λίγοι αύτοί 'Αρμένιοι έφτια­ξαν τά χωριά τους μέσα στο χάος τών ορεινών εκτάσεων τών Σουρ­μένων, τής Σάντας, τής Γεμουράς κι' αλλού.

 Σχετικά γράφει ό Δ. 'Αποστολίδης στο κεφάλ. ΙΣΤ' του βιβλίου του «Ιστορία τού Ελ­ληνισμού του Πόντου» τά παρακάτω : «Την εγκατάσταση "Αρμενίων στην Τραπεζούντα καί σε μερικά γύρω χωριά τήν επέτρεψε προσωρινά ό Αυτο­κράτορας Τραπεζούντας Αλέξιος ο Β'  ότε κατέφυγαν εκεί λίγοι 'Αρμένι­οι εξ αιτίας τών εσωτερικών ταραχών της 'Αρμενίας».

Γιάμπολης ποταμός

 

Λοιπόν οί λίγοι αύτοί 'Αρμένιοι δέν ήταν δυνατόν να ενσφηνωθούν όλοι στην κοιλάδα τού ποταμού Σάντας, παρά σκόρπισαν δεξιά, κι' αριστερά, καί σχημάτισαν χωριά εκεί όπου ή σημερινή ονομασία τών χωρίων είναι Αρμένικη. Λ.χ. στον ποταμό Σάντας (Γιάμπολης) άπό τά ση­μερινά τουρκοχώρια Ίσχάν, Μούκουζη, Μεσοχώρ με τους 5 μαχα­λάδες του Άζουλα, Αε Φωκά, (2) ,Αντανίκ, Μοτούλ ,Λαγουδά, Ζάζανα, Κάτρα, Πύργοι, Κάχωρα, Τσαναγέρ, Κανά χαλη, Σαμαγέρ, Αράκλη καί Καλετσούκ πού κείνται στην δεξιά όχθη του μόνο τά χωριά Κάτρα καί Ζάζανα έχουν αρμένικη ονομασία, και άπό τά τουρκοχώρια Αγρίδ, Γουλιτσάντων, Σίμωνα, Σιντσάν, Κοτάνογλου, Λύκοσλη, Μάρκερα, Σούλα, Μάχτελα, Κοτενές, Τσίτσερα, Φώσια, Χάρα, Κούτσερα καί Βύζερα πού κείνται στην αριστερή όχθη του μόνο τά χωριά Μάχτελα καί Τσίτσερα έχουν αρμένικη ονομασία.

Στον  ποταμό Καρά τερε άπ 'τά χωριά Τσίμλα, Χάροξα, Άσα, Σαραντάρ, (3), Άπανωχώρ, Κολόσα, Κούκουτα, Πύφορα, Ζάβζακα,Γοργόρ, Αη Βέν (Άγιος Ευγένιος), Ζήφωνα καί Λύβρικα μόνο τά χωριά Άσα, Ζάβζακα καί Λύβριχα έχουν αρμένικη ονομασία.

Επο­μένως οί Αρμένιοι στις περιφέρειες Γιάμπολης καί Καρά τερε αποτελούσαν μειονότητα ασήμαντη καί δέ μπορούσαν νά προσδώσουν, καί μάλιστα στην εποχή τών Κομνηνών, αρμένικη χροιά στην περι­φέρεια Γιάμπολης (Σάντας) καί στην γειτονική περιφέρεια Καρά τε­ρε (Σουρμένων).

Άλλωστε τά περισσότερα άπό τά ανωτέρω χωριά έχουν καί σήμερα μάλιστα ελληνική ονομασία πού προσδίδει κύρος στην ιστορική μας έρευνα περί τής ελληνικότητας τών περιφε­ρειών Σάντας και Καρά τερε, γιά όσα δέ χωριά έχουν σήμερα τούρ­κικη ονομασία υπάρχει ή πιθανότητα νά είχαν πρό του εκτουρκισμού τών κατοίκων τους ελληνική ονομασία.

 

 Άλλα παρεκκλήσια.

 'Εκτός άπό τά δύο ως άνω παρεκκλή­σια βρέθηκαν χαλάσματα παρεκκλησίων σε πολλά μέρη της Σάντας. Τά παρεκκλήσια αύτά ήσαν άσβεστοχτισμένα καί μέ τοιχογραφίες. Μερικά άπ' αύτά βρέθηκαν μόλις στα μέσα του περασμένου αιώνα. Γιά τά παρεκκλήσια αύτά μάς λέγει ό α', ιστοριογράφος της Σάν­τας Φ. Χειμωνίδης τά παρακάτω:

«Όλοι παραδέχονται δτι ή Σάντα ήταν κατοικημένη άπ' τά παλιά τά χρόνια. Τή γνώμη της στηρίζουν στα χαλάσματα των παρεκκλησίων πού βρέθηκαν σε πολλά σημεία τής Σάντας, καί πού φαίνεται πώς χτίστηκαν πολύ μπροστά άπό τήν άλωση. Τά παρεκ­κλήσια αύτά είναι:

Toυ Αγίου Θεοδώρου στην ενορία Τερζάντων, του Αϊ Γιάννη, τής Αγίας Κυριακής κοντά στον ποταμό Γιάμπολης, τοϋ Αγίου Θε­οδώρου του Μαρέτα καί μερικά άλλα. Γιά τά παρεκκλήσια του 'Αγίου Θε­οδώρου Τερζάντων και του Αϊ Γιάννη ή παράδοοη λέγει τά παρακάτω :

"Οτε ακόμα οί φυγάδες ήσαν στο Κοβλακά έστειλαν μερικούς άπ αυτούς νά κατοπτεύσουν τά γύρω καί νά ζητήσουν άλλο μέρος πιο κατάλληλο γιά εγκατάσταση. Οί απεσταλμένοι ούτοι αφού πέρασαν τό Καζουκλή έπεσαν μέσα σε πυκνό καί εκτεταμένο δάσος, τό όποιον διέσχισαν καί έφτασαν εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ή ενορία Τερζάντων.

Εκεί βρήκαν μια ερειπωμένη έκκλησία, καί κατάλαβαν πώς ήταν κατοικημένο τό μέρος στα παλιά τά χρόνια. 'Εφτά χρόνια αργότερα βρέθηκαν και τά χαλάσματα του παρεκ­κλησίου του "Αϊ Γιάννη, όπου ύστερα άπό μερικές ανασκαφές βρέθηκαν ει­κόνες σταυροί καί κόκκαλα πεθαμένων. Γιά τό παρεκκλήσιο του 'Αγίου Κωνσταντίνου έχομε νά πούμε τά παρακάτω :

Αγιος Κωνσταντίνος-Ζουρνιατσάντων

 

Εκεί όπου βρίσκεται σήμερα στο Ζουρνατσάντων ή έκκλησία τού Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν 50 χρόνια κι' εδώ ένα μικρό ύψωμα μέ ένα θεόρατο έλατο. Γύρω στο ύψωμα βρίσκονταν τά σπίτια του χωριού καί κάτω άπό τό έλατο μαζεύονταν πάν­τοτε οί προεστοί του χωριού καί συζητούσαν, μα κανένας δέν υποψιαζόταν τί έκρυβε τό δέντρο κάτω άπ' τις ρίζες του. Εξαφνα μια νύχτα χειμωνιάτικη, εκεί πού Φυσούσε φοβερός άνεμος, έπεσε τό έλατο καί τό πρωί είδαν μέ θαυμασμό οί κάτοικοι τά χαλάσματα κτιρίου .

Έκαμαν τότε ανασκαφές, βρήκαν εικόνες σταυρούς καί κόκκαλα νεκρών, καί ξέθαψαν δυο πα­ρεκκλήσια πού ήσαν χτισμένα τό ένα δίπλα στο άλλο καί στολισμένα μέ τοιχογραφίες.

 Τά επιδιόρθωσαν τά εκκλησάκια αύτά οί Ζουρνατσανταίοι καί τά είχαν γιά καθολική έκκλησία μέχρι τελευταία. Γιά τό παρεκκλήσι τής Άγιας Κυριακής κοντά στον ποταμό ξέρομε ότι βρισκόταν εκεί μέχρι του 1815 μια μικρή καλύβα άστεγη, μα τήν καλύβα αυτή τήν τιμούσαν οί Ζουρνατσανταίοι γιά έκκλησία της  Αγίας Κυριακής καί τήν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση, γιατί κάποια παράδοση αναφέρει πώς εκεί ήταν παλαιά έκκλησία.

Στήν τοποθεσία τής καλύβας αυτής δύο ευσεβείς Ζουρνατσανταίοι θέλη­σαν νά φτιάξουν καινούργια έκκλησία, κι' εκεί πού έκαναν ανασκαφές γιά τά θεμέλια τής εκκλησίας βρήκαν μια όμορφη έκκλησίτσα  στολισμένη μέ τοιχογραφίες καί απείραχτη σε όλα της· Οί δύο Ζουρνατσανταίοι δέν εί­χαν ιδέα τής άξιας τέτοιου ιστορικού μνημείου, τό χάλασαν συθέμελα, έ­φτιαξαν εκεί άλλη μεγαλύτερη έκκλησία όπως τήν ήθελαν, καί έτσι διέπρα­ξαν έγκλημα απέναντι τής ιστορίας τής Σάντας».

Μέ αύτά πού λέγει ό α', ιστοριογράφος παραδέχεται τήν αρχαιότητα τής Σάντας, μα εξ άλλου παραδέχεται ως έτος τής εποίκησης τής Σάντας τό 8ον ή τό 15ον έτος υστέρα άπό τήν άλωση, καί ως πρώτους οικιστές τής Σάντας 7 οικογένειες πού ήρθαν ύστερα άπό τήν άλωση Τραπε­ζούντας μαζί μέ τόν Κωνσταντίνο.

Λοιπόν φαίνεται πώς ό α', ιστο­ριογράφος δίνει μεγάλη σημασία στην γραπτή παράδοση πού αναφέρει τόν Κωνσταντίνο σάν πρώτο οικιστή. Έχομε τήν γνώμη ότι, όπως είπαμε και πιο μπροστά, πρώτοι οικιστές δέν υπάρχουν γιά τήν Σάντα, γιατί ή Σάντα ήταν κατοικημένη άπό πολλούς αιώνας, καί ότι οί πρώτοι μόνιμοι κάτοικοί της, θα ήσαν φυγάδες χριστια­νοί άπό τούς Έλληνας άποικους Τραπεζούντας πού διάλεξαν γιά καταφύγιό τους τήν Σάντα καί κατοίκησαν σ' αυτή κατά τήν εποχή των διωγμών.

 

'Εδώ χρειάζεται νά κάνουμε μια μικρή παρέκβαση, μό­νο καί μόνο γιά νά πούμε καί τοϋ στραβού τό δίκιο. Λοιπόν :

Δέν ήταν βέβαια δυνατόν όλοι οί φυγάδες τής Σάντας νά έ­χουν τήν καταγωγή ελληνική, γιατί στην εποχή τών διωγμών και μέχρι τής ίδρυσης τής αυτοκρατορίας τών Κομνηνών δέν εξελληνίστηκε  τέλεια ό Πόντος.

Θα βρίσκονταν αναμεταξύ τών Ελλήνων χριστιανών καί λίγοι Ιθαγενείς χριστιανοί πού εξελληνίσθηκαν αργότερα. Οί χριστιανοί αύτοί τής Σάντας καί τών άλλων τμημάτων του Πόντου στους ενδιάμεσους αιώνες ήσαν μισοεξελληνισμένοι λόγω τών θρησκευτικών τους δεσμών μέ τούς Έλληνες αποίκους τής Τραπεζούντας.

Έπειτα είναι γνωστό πώς  ο Απόστολος Ανδρέας έριξε τόν σπόρο της διδασκαλίας του στην γόνιμη γη του Πόντου, γιατί οί Έλληνες άποικοι πού ζούσαν εκεί μακριά στα βάθη τής 'Ανατολής, καί πού δέν μπορούσαν νά έρθουν σε συχνή επικοινωνία μέ τους φανατικούς ειδωλολάτρες τής κυρίως Ελλάδας ήσαν έτοιμοι σε πρώτη ευκαιρία ν' απορρίψουν τό προσωπείο τής ειδωλολατρίας, αφού άφησαν πρώτα νά αντικατασταθούν πολλοί άπό τούς 12 θεούς τών κλασσικών χρόνων μέ τούς θεούς τών εντόπιων ειδωλολατρών του Πόντου, καί αφού αργότερα παραδέχτηκαν τόν Μίθραν αντί του Δία ως τόν ανώτατο θεό τους.

 Αύτά όλα φανέ­ρωναν ότι χαλάρωσε τό παλαιό θρησκευτικό τους αίσθημα, καί ότι ήσαν έτοιμοι νά παρασύρονται άπό κάποιο άλλο θρησκευτικό ρεύμα, όπως και παρασύρθηκαν άπό τήν νέα θρησκεία του Χριστού. (4)

 Έτσι οί Έλληνες άποικοι του Πόντου πρωτοστάτησαν στην διάδοση του χριστιανισμού στον Πόντο καί στον εξελληνισμό τής άξενης αυτής χώρας—σ’ αυτό τούς ευκόλυνε εκτός άπό τό κήρυγμα τού Αποστό­λου 'Ανδρέα καί ή συγγραφή τοϋ Βαγγέλιου στην ελληνική γλώσσα — καί παράσυραν πολύ εύκολα στην νέα θρησκεία τούς Λαζούς καί τις άλλες βαρβαρικές φυλές του Πόντου, πού, δέν είχαν σταθερή καί βιώσιμη θρησκεία.

 Άλλωστε τήν διάδοση του χριστιανισμού στον Πόντο τήν υποβοήθησε καί ή στάση τών ανθυπάτων  τής Ρώμης, οί οποίοι αψηφούσαν τις διαταγές του Κέντρου γιά τήν καταδίωξη τών χριστιανών καί άφησαν ήσυχο τόν Πόντο ως τήν εποχή τοϋ Διοκλητιανού.

Στήν εποχή του Διοκλητιανού ήταν άριστα διοργανωμένη ή· χριστιανική έκκλησία τοϋ Πόντου μέ όργανο λατρείας τήν ελληνική γλώσσα καί μέ αρχηγό της τόν Έλληνα Επίσκοπο Τραπεζούντας Ευγένιο. (5)

Αγιος Ευγένειος

 

Ό κατώτερος κλήρος όμως του Πόντου πού είχε τήν καταγωγή του άπό τις βαρβαρικές φυλές δέν ήταν δυνατόν να εξελληνισθεί  αμέσως άν και μεταχειριζόταν τήν ελληνική στην διεξαγωγή  όλων τών θείων καί ιερών τελετών. Τότε πρώτοι οί εκ τών Ελλή­νων άποικων χριστιανοί, οί όποιοι ήσαν προνοητικότεροι τών Ιθα­γενών χριστιανών καί σε κάθε διωγμό τών χριστιανών είχαν τά μά­τια 14 γιά νά προλάβουν τό ενδεχόμενο τής καταδίωξης καί εξόντωσης τους, μόλις άρχισε ό δέκατος διωγμός έφυγαν άπό τήν Τρα­πεζούντα καί κρύφτηκαν στα βουνά τής ενδοχώρας.

Λοιπόν οί εξ Ελλήνων αποίκων χριστιανοί εκείνοι  πού κρύφτηκαν στη Σάντα δέν έγιναν αντιληπτοί άπό τούς διώκτες τους μέχρι τέλους λόγω τού απρόσιτου της τοποθεσίας τής Σάντας, κι αυτό έφτασε νά δώ­σουν τό όνομα Σάντα (Αγία) στην πατρίδα μας. Έτσι "Ελληνική καί Χριστιανική έμεινε ή Σάντα μέχρι τέλους.

 Πέμπτη απόδειξη : Τά λιθόνπορα που είναι υπολείμματα τής κατεργασίας του σιδηρούχου μεταλλεύματος, βρίσκονται άφθονα σε πολλές τοποθεσίες της Σάντας καί μαρτυρούν τήν αρχαιότητα της,

Έτσι οί Σανταίοι μέ τήν κατεργασία του σιδηρούχου μεταλλεύμα­τος (6) πού μετέφεραν άπ' τό Σαρήτας του Μετσίτ απόκτησαν τήν φήμη καί τήν ικανότητα του μεταλλουργού, όπως μαρτυρεί ή παρά­δοση οί παλαιοί οί Σαντέτ μιατιαντζήδες έσαν.

Η παράδοση αυτή αναφέρεται στους Σανταίους όλων τών εποχών.

 Έκτη απόδειξη : Ό α', ιστοριογράφος άναφέρει πώς ό πρώ­τος οικιστής τής Σάντας, ό Κωνσταντίνος μέ τούς 5 γιούς του ξε­κίνησε άπ’τό Δίβρανο τών Πλατάνων και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Σάντα.

 Δέν είναι ανάγκη νά επαναλάβουμε έδώ πώς ό Κων­σταντίνος αυτός δέν ήταν ό πρώτος οικιστής, άλλ' εδώ μας ενδιαφέρει νά παρατηρήσουμε τό έξης : Είναι γνωστό πώς οι Έλληνες των παραλίων τής Τραπεζούντας δέν είχαν ιδέα άπό μεταλλουργία ούτε και ατά παλιά τά χρόνια, καί όμως ό Κωνσταντίνος αυτός καί οί γιοι του παριστάνονται ως άριστοι μεταλλουργοί.

 Μήπως ό Κων­σταντίνος αυτός ό οποίος έζησε στην εποχή τών τελευταίων Κομνη­νών κατεργαζόταν μέταλλα στην Τραπεζούντα;  Άλλ' αυτό είναι ασυμβίβαστο μέ τά δεδομένα τής Ιστορίας του Πόντου, ή οποία δέν παραδέχεται μεταλλουργία καί δη ακμαία τέτοια στα παράλια τής Τραπεζούντας.

Άπό πού λοιπόν έγινε ό Κωνσταντίνος άριστος με­ταλλουργός; Σχηματίζουμε λοιπόν τήν γνώμη πώς ό Κωνσταντίνος δέν ήταν καί φυγάς, άλλ' ήταν Ιθαγενής Σανταίος, άριστος μεταλλουργός, όπως ήσαν και όλοι οί άλλοι Σανταίοι του Μεσαίωνα.

Συναντήθηκε λοιπόν στη Σάντα ύστερα άπ' τήν άλωση ό Κωνσταν­τίνος αυτός μέ τόν ισχυρό Τούρκο Μουρατχάνογλου, σχετίσθηκε μαζί του, καί ό Μουρατχάνογλους ενθουσιασμένος άπ' τήν ευγενή συμπεριφορά του προεστού αυτού τής Σάντας τόν σύστησε στον τοπάρχη Τραπεζούντας όπως λέγει και ό α', ιστοριογράφος, καί ό τοπάρχης ένήργησε νά σταλούν οί γιοί του Κωνσταντίνου στην Κωνσταντινούπολη καί ν' αναλάβουν τήν επιστασία τών μεταλλεί­ων του Πελιγράδ.

Καί μόνο τό περιστατικό αυτό θ' αρκούσε νά αποδείξει τήν αρχαιότητα τής Σάντας. Γεννιέται όμως τό ερώτημα : Πώς ό Κωνσταντίνος, ό ιθαγενής αυτός Σανταίος άριστος μεταλλουρ­γός, βρέθηκε αμέσως μετά τήν άλωση Τραπεζούντας στο χωριό Δί­βρανο τών Πλατάνων Τραπεζούντας καί άπό κει ξεκίνησε γιά τά βουνά τής Σάντας;

Αύτό είναι μυστήριο άπό εκείνα πού παρουσιά­ζονται συχνά καί στις γραπτές καί στις άγραφες παραδόσεις; καί μπράβο σε κείνον πού θα σηκώσει επάνω τόν πέπλο τέτοιων μυστη­ρίων.Οπωσδήποτε εμείς σχηματίσαμε τή γνώμη πώς στο χωριό Δίβρανο δέν έζησαν ούτε ό Κωνσταντίνος ούτε ό Ίσχάν, άν καί ή γραπτή παράδοση τούς παραδέχεται κατοίκους του Δίβρανου.

 Λένε μερικοί πώς ό Κωνσταντίνος μέ τούς γιους του ταξίδευε κάθε καλο­καίρι στην επαρχία Χαλδίας καί εργαζόταν στα μεταλλεία τής Αργυρούπολης, καί κάθε χειμώνα κατέβαινε στο χωριό του Δίβρανο.

 Ή γνώμη αυτή δέν πιάνει τόπο, γιατί ή τότε πολιτική καί στρατιω­τική κατάσταση δέν επέτρεπε τέτοια ταξίδια. Καί όχι μόνο οί ιστορικοί μας δέν αναφέρουν τέτοια ταξίδια, μα καί δέν ήταν δυνατόν ένας ή πολλοί οικογενειάρχες τών παραλιακών χωρίων της Τραπεζούντας στην εποχή τών τελευταίων Κομνηνών, όταν οί επιδρομές τών τουρκομανικών φυλών στο κράτος τους έδιναν κι έπαιρναν, ν’ αφήσουν τήν ησυχία τους καί τά γόνιμα χωράφια τους καί νά πάν νά εργαστούν στα μεταλλεία τής Αργυρούπολης μέ κίνδυνο ν' αφήσουν  τό τομάρι τους στην πετρώδη καί άξενη αυτή μεσογειακή χώρα του Πόντου.

 Γιά όλους αυτούς τούς λόγους ή γραπτή παρά­δοση περί του Κωνσταντίνου ή του Ισχάν κρίνεται φανταστική, μυθώδης. Καί τό μόνο βέβαιο πού μας μένει άπό τήν έρευνα αυτή είναι ότι όσοι χριστιανοί ήρθαν μετά τήν άλωση ατή Σάντα ήρθαν ως φυ­γάδες καί όχι ως πρώτοι οικιστές, διάλεξαν όμως προς τούτο τόν δρόμο τών βουνών καί όχι τόν παραλιακό .

Οί μεταλλουργοί λοιπόν πού αναφέρονται στην παράδοση ήσαν ιθα­γενείς Σανταίοι καί όχι φυγάδες άπό τά παραλιακά χωριά τής Τραπεζούντας.

Μέ αύτά πού λέμε δέν αρνούμεθα τήν ύπαρξη του Κωνσταντίνου ή του Ίσχάν. Παραδεχόμαστε πώς υπήρξαν πολλοί Κωνσταντίνοι, πολλοί Ίσχάνηδες, πολλοί Θεόδωροι, πολλοί Γιάν­νηδες καί χιλιάδες άλλοι φυγάδες, μα οί φυγάδες αυτοί δέ μπορούσαν  νά υποσκελίσουν τους ιθαγενείς Σανταίους στην μεταλλουρ­γική τέχνη.

Η παράδοση οί παλαιοί οί Σαντέτ  ματεντζήδες  έσαν  αποδεικνύει καί τήν αρχαιότητα τής Σάντας καί τό αβάσιμο της προέλευσης τοϋ Κωνσταντίνου άπό τό χωριό Δίβρανο τής Τραπεζούντας.

 

'Εβδόμη απόδειξη:

Ο  Έπ. Κυριακίδης στο σύγγραμμα του «'Ιστορία τής Μονής Σουμελά» δημοσιεύει κάποιο Πατριαρχικό σιγίλιο τοϋ 1680, όπου αναφέρεται ότι παραχωρήθηκαν στο Μοναστήρι Σουμελά τό πάλαι αρχαίο χωρίον Άλμη, άλλα χωριά Κούσπιδι, Δουβερά, Μαραχανή, Κούταλα, Σκόπια, Άγουρσα, καί μερικά χω­ριά τού Ρίζαιου Τσαλιποτάμι, Φιλέση καί τά δύο Αρπαλού.

Λοιπόν ή μεν σημείωση του Μοναστηρίου Χουτουρά αναγνωρίζει ότι ή Σάντα ήταν κατοικημένη πριν άπό τό 540, τό δέ ως άνω πατριαρχικό σιγίλιο έφ' όσον αναγνωρίζει τήν "Αλμη (Σάντα) ως πάλαι αρχαίο χωρίον, μας μιλά κι αυτό ξεκάθαρα γιά τήν αρχαιότητα τής Σάντας.

 

Όγδοη απόδειξη : Είναι αυτή αύτη ή ονομασία τής πατρίδας μας. Ή λέξη Σάντα είναι λατινικής καταγωγής. Καί αφού ξέρομε πώς ή λατινική γλώσσα ήταν διαδεδο­μένη στην εποχή τών Ρωμαίων αυτοκρατόρων, συμπεραίνουμε εύκο­λα πώς τό όνομα Σάντα δόθηκε στην πατρίδα μας στην εποχή τοϋ Διοκλητιανού, ό όποιος ξάπλωσε τό διωγμό τών χριστιανών καί στόν Πόντο.

Ενάτη καί τελευταία απόδειξη: Έχουμε τά ερείπια τής έκκλησίτσας τής 'Αγ. Κυριακής κοντά στον ποταμό Γιάμπολης. Γιά τήν έκκλησίτσα αυτή μάς λέγει ό α'·. ιστοριογράφος πώς βρισκόταν στ ή θέση της μια άστεγη καλύβα πού τήν είχαν οί Ζουρνατσανταίοι σε μεγάλη εκτίμηση, γιατί κάποια παράδοση ανάφερε πώς ήταν εκεί παλιά έκκλησία.

Εκτός άπ' αυτό ή έκκλησία αυτή μέ τις τοι­χογραφίες της πού ήταν βαθειά στη γη χωμένη βρέθηκε υστέρα άπό ανασκαφές πού έκαμαν οί Ζουρνατσανταίοι γιά νά θεμελιώσουν νέα έκκλησία. 

Απ' τή μια μεριά οί ανασκαφές πού ομολόγησαν τήν συσσώρευση υλικού στην τοποθεσία τής εκκλησίας σε διάστημα πολλών αιώνων, κι άπ' τήν άλλη μεριά ή διάσωση τής παράδοσης αυτής μάς κάνουν νά συμπεραίνουμε θετικότατα πώς θα ήταν ή Σάντα συνεχώς κατοικημένη άπό τόν Μεσαίωνα ως τις μέρες μας, και άπό γενεά σε γενεά διατηρήθηκε ή παράδοση ζωντανή.

Λοιπόν αν ερημωνόταν ή Σάντα έστω καί γιά λίγες δεκάδες χρόνια, θα ή­θελαν λησμονηθεί τέλεια καί ή παράδοση καί ή τοποθεσία τής έκκλησίτσας αυτής.

 

(1) Στήν εποχή μας ήταν πολύ διαδεδομένη ή γνώμη δτι ή φυσιο­γνωμία τών Τούρκων κατοίκων τών γειτονικών τής Σάντας χωριών είναι 'Αρμένικη, αυτό όμως δέν στηρίζεται καλά, καί νά γιατί: Ο. Τούρκοι γειτόνοι μας αύτοί ως τά τελευταία δέν πάτησαν ούτε τό τελευταίο σκαλο­πάτι too δοτικού πολιτισμού, καί είχαν Ενδυμασίες αλλόκοτες με στήθη ανοιχτά καί μαλλιαρά, με μαλλιά και γένια μακρά καί ατημέλητα, επί πλέον είχαν δίαιτα ανθυγιεινή, έτσι δέ πήραν φυσιογνωμία ασκητή, όμοια με τήν γενική φυσιογνωμία όλων τών 'Αρμενίων πού υπόφεραν περισσότερα δει­νά παρά εμείς, και πού είχαν αποτυπωμένες στην φυσιογνωμία τους τις συνέπειες του υποσιτισμού και τών βασάνων που τράβηξαν άπό όλα τά ξένα έθνη, καί πρό παντός άπό τους Τούρκους.

Ώστε δέν ήταν δίκαιο όλοι πού είχαν φυσιογνωμία ασκητή νά χαρακτηρισθούν ναι καί καλά ως Αρμένιοι, γιατί και μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων βρίσκονταν γιά τούς άνωτέρω λόγους πολλοί τέτοιοι τύποι.

(2) φαίνεται ότι στον μαχαλά αυτό του Μεσοχώρ θα ήταν εκκλησία του 'Αγίου Φωκά, εκείνου πού άναφέρει ό Νικόλαος Οικονομίδης στην μελέτη του «Άγιος  Φωκάς ό Σινωπεύς» τήν δημοσιευμένη στην 184 σελίδα τοϋ 12' τόμου του «'Αρχείου Πόντου». Τό τοπωνύμιο αυτό θα ήταν κατά τήν έκφραση τοϋ ίδιου Ν. Οικονομίδη λείψανο αξιόπιστο της παλαιά; ευρύτατης λατρείας του. Ώστε ή λα­τρεία τού 'Αγίου Φωκά εισχώρησε και στην περιφέρεια Σάντας.

(3) Γιά τό χωριό Σαραντάρ υπάρχει ή παρακάτω παράδοση γνωστή σε πολλούς Σανταίους: Μετά τήν άλωση κάποια Κυριακή πρωί πρωί οί Τούρκοι μπήκαν καί στο χωριό αυτό.

Έτυχε τότε νά βρεθή στην εκκλησία κάποια γυναίκα με τό μωρό στην αγκαλιά, Ή γυναίκα περίμενε τόν παπά νά τις διαβάση τήν ευχή του σαρανταρίσματος, μα μόλις πήρε ό παπάς τό παιδί στα χέρια του καί ετοιμάσθηκε νά μπή στο "Άγιο Βήμα, νά σου καί οί Τούρκοι χύμηξαν σα λυσσασμένοι στην έκκλησία, άρπαξαν τόν πα­πά άπό τά γένεια, τόν τίναξαν κάτω, πέταξαν τό μωρό μέ κλωτσιές σε μια γωνία, ατίμασαν τις λίγες γυναίκες πού βρέθηκαν στην έκκλησία, καί ύστερα σκόρπισαν ανά τό χωριό ληστεύοντας και δέρνοντας τούς κατοίκους.

 Ή γυναίκα άν και τούρκεψε υστέρα μαζί μέ όλους τούς άλλους κατοίκους του χωρίου, μολαταύτα έκλαιγε σ' όλη της τή ζωή μόλις θυμόταν τό επεισόδιο αυτό. Άπό τότε ώνομάσθηκε τό χωριό αυτό Σαραντάρ γιά ανάμνηση του σαρανταρίσματος πού ματαιώθηκε.

(4) Εδώ ή Ιστορία αδικεί  τήν έκκλησία Τραπεζούντας, γιατί παρα­σιωπά ένα πράγμα πού κρίνεται βέβαιο, την εγκατάσταση δηλ. διαδόχου του Αποστόλου 'Ανδρέα στην 'Εκκλησία Τραπεζούντας, καί μόλις ύστερα από τό πέρασμα δυο αιώνων, κατά τό 251, αναφέρεται ανώνυμος επίσκοπος Τραπεζούντας τιτλοφορούμενος «Πάπας» σε επιστολή τού Μητροπολίτου Νεοκαισαρείας Γρηγορίου, στην δικαιοδοσία τοϋ όποιου υπαγόταν ή 'Επισκοπή Τραπεζούντας. Απορεί κανείς πώς συμβαίνει αυτό, αφού είναι γνωστό ότι κάθε κίνηση πνευματική θρησκευτική καί πολιτική έκαμνε τήν εμφάνισή της αρχή ανάμεσα στους παραλιακούς πληθυσμούς τοϋ Πόντου, όπου τήν πρωτοβουλία την είχαν οι ‘Έλληνες άποικοι

 

(5) Τόν Ευγένιο τόν έτρωγε ή σκέψη πως τό άγαλμα του θεού Μίθρα υψώνεται προκλητικά στον λόφο Πόζτεπε, δέν ανεχόταν νά ίδή ούτε τή σκιά του, καί γιά νά ξευτιλίσει τόν Mίρθα (Ήλιο) στα μάτια τών πιστών του συνεννοήθηκε μέ τούς φίλους του Ουαλεριανό καί Κανίδιο, ανεβήκανε μια νύχτα μαζί και οί τρεις στον Πόζτεπε, σπάσανε τό άγαλμα του καί ξεθεμελιώσανε τόν βωμό του.

Η εκδίκηση τών ειδωλολατρών ήρθε αδυσώπη­τη. Μόλις κηρύχθηκε ο διωγμός κατά τών χριστιανών, ό Ευγένιος καί οί σύντροφοι του θανατώθηκαν σκληρά, και δεκάδες χιλιάδων χριστιανών στον Πόντο βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.

(6) Ή παράδοση άναφέρει ότι κάπου παρακάτω άπό τήν Xάρτοπη βρέθηκε αργυρούχο μετάλλευμα, τό οποίον δέν ικανοποίησε τις προσδοκίες των Σανταίων μεταλλουργών σάν φτωχό, πού ήταν καί εγκαταλείφτηκε. Παρέμεινε ως τις μέρες μας τό σχετικό τραγούδι: 

Τά Κιαλόπα, τά Κιαλόπια, 

τά μικρά τά μιατιανόπα, 

τρέν παρών άσήμ κ’ έξένκαν, 

καί τά πήτας π’ έπεξένκαν. 

 

 

Μιλτιάδης Νυμφόπουλος

Δράμα 1953

 

 

Santeos

29 Οκτώβρη '11   18.57


---


Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 370
Ετικέτα: ιστορια της σαντας, ιστορισα του ποντου, αποδειξεις για την αρχαιοτητα της σαντας του ποντου

Εισάγετε τον κωδικό από την εικόνα 
Το όνομά σας 
E-mail 
(ορατό μόνο στον ιδιοκτήτη του ιστοχώρου)
WWW 

Θέμα

Στο κείμενο μπορείτε να χρησιμοποιείτε Wiki ή HTML tags.



Σανταίοι Μαθηταί εις το εν Τραπεζούντι Φροντιστήριο το σχολικό έτος 1910-1911
Σάντα του Πόντου (Θερισμός 1905)


Κατάχρηση | © Kolobok smiles, Aiwan