Πότε και πως κατοικήθηκε ή Σάντα και πως δόθηκε το όνομα 821 μέρα πριν Παράθεση('689174','689174','6','4964')">Έκθεση spamΛέμε μέ τόλμη πώς ή
Σάντα κατοικήθηκε μόνιμα άπό Έλληνες Χριστιανούς κατά τόν δέκατο διωγμό των
Χριστιανών στήν εποχή του Διοκλητιανού, κι αυτό θά τό αποδείξουμε φαρδιά πλατιά
στήν παρούσα μελέτη μας.
Έδώ τώρα
χρειάζεται νά κοσκινίσουμε, νά επεξεργασθούμε τήν «Ιστορία καί Στατιστική της
Σάντας» του πρώτου ιστοριογράφου μας Φιλ. Χειμωνίδη γιά ν' ανεύρουμε μερικές
ιστορικές αλήθειες πού τις σκεπάζει κάποιος μυθικός πέπλος, καί νά ερευνήσουμε
πολλές σκοτεινές πηγές της πατρικής μας ιστορίας.
Τό περίφημο σημείωμα του Μοναστηριού Χουτουρά όπου βλέπομε πώς 80
χρόνια ύστερα άπό τήν άλωση της Τραπεζούντας ανέβηκαν
άπ' τό χωριό Δίβρανο μερικοί χριστιανοί στήν Σάντα και κατοίκησαν σ' αυτή έχει
μερικές αλήθειες, γιατί
στήν εποχή εκείνη της τούρκικης κόλασης όλοι οί χριστιανοί των πλησιόχωρων της Τραπεζούντας
ζήτησαν νά καταφύγουν σέ μέρη ορεινά γιά να
σώσουν τή ζωή τους καί ν' αναπνεύσουν βαθιά τόν αέρα της ελευθερίας..
Μα άν
ξεκινήσουμε άπ' τή μικρή δόση αλήθειας πού
περιέχει τό σημείωμα αυτό γιά νά φτάσουμε στο σημείο του νά παραδεχθούμε πώς
οί πρώτοι οικιστές της Σάντας κατάγονται άπό τό Δίβρανο των Πλατάνων
ή άπό άλλα χωριά της Τραπεζούντας πέφτομε σέ πλάνη.
Καί νά γιατί: Πρώτα πρώτα δεν πρέπει νά παραδεχτούμε κανένα σαν
πρώτο οικιστή της Σάντας, γιατί ή πρώτη εποίκηση της Σάντας χάνεται στά βάθη των
αιώνων καί των χιλιετηρίδων, όπως καί ή εποίκηση κάθε άλλης χώρας. Ό α'. ιστοριογράφος ισχυρίζεται ότι οί πρώτοι
οικιστές της Σάντας ήσαν ό Κωνσταντίνος μέ τούς 5 γιους του Ίωάννη, Σίμωνα, θεόδωρο ,Ίσχάν καί Παναγιώτη
καί τά δυό του κορίτσια, καί μέ 6 άλλες οικογένειες..
Δεν ξέρομε άπό που πήρε τήν πληροφορία αυτή. Εμείς έτυχε νά δούμε στα χέρια του μακαρίτη Παπά Παντελή
Μαζμανίδη χειρόγραφο σέ τούρκικη γλώσσα
μέ ελληνικούς χαρακτήρας. Εκεί αναφερόταν ως πρώτος οικιστής της
Σάντας ο Ίσχάν μέ τους 7 γιους του. Ό Κωνσταντίνος λοιπόν μέ τά 7 παιδιά του, ο
Ισχάν μέ τους 7 γιους του, και οι 7 πρώτες οικογένειες πού εγκαταστάθηκαν στη
Σάντα ανάγκασαν τους διανοουμενους Σανταίους της εποχής μας νά παραδεχθούν ότι
αυτά είναι πράγματα που δημιούργησε ή ζωηρή φαντασία των προγόνων μας, οι
οποίοι ήθελαν να συσχετίσουν τον αριθμό των 7 παιδιών του ενός και του άλλου οικιστή,
ως και τόν αριθμό των 7 οικογενειών μέ τόν αριθμό των 7 ενοριών της Σάντας, Συσχετισμός
δηλ. ακατανόητος και ανόητος.
Ώστε αν είχε η Σάντα 4 ή 5 ενορίες, και ο Ισχάν ή ο
Κωνσταντίνος θά είχαν 4 ή 5 παιδιά, κ.ο.κ. Ό Ίσχάν αυτός πέρασε τάχα άπ'τή
Δρόνα και Ούζη, έφτασε στο Κοτύλ και στο Τάσκιοπρι, κατέβηκε υστερα στο
Κοβλακά, και εκεί άμα είδε την πίεση κάποιου Τούρκου τσέλιγκα πού τόν λέγαν
Σεϊτή έστειλε ανθρώπους του νά βαδίσουν προς Ανατολάς, νά μπουν δηλ. στα σύνορα
Σάντας και νά ερευνήσουν νά βρουν κάποια
κατάλληλη και απόκεντρη χώρα γιά νά ζήσουν εκεί μακριά από τo πρόσωπο
των Τούρκων.
Οί δικοί του προχώρησαν πρός Ανατολάς, διέσχισαν πυκνά
δάση και κατέβηκαν στην ενορία Τερζάντων, και εκεί άμα είδαν χαλάσματα
εκκλησίας τό πήραν γιά καλό οιωνό και
αποφάσισαν νά ειδοποιήσουν τόν Ίσχάν.
Στον δρόμο πού κατέβαιναν έκαναν
κοψίδες στά δένδρα για να βρουν
τόν δρόμο στην επιστροφή τους, και όταν γύρισαν βρήκαν τόν Ίσχάν και τόν ειδοποίησαν
γιά τό κατάλληλο του μέρους, τότε δε όλη ή οικογένεια κατέβηκε στου Τερζάντων.
Τά ίδια περίπου πράγματα λέγει και ο α'.
ιστοριογράφος γιά τόν Κωνσταντίνο του, μα πολλοί Σανταίοι είναι της γνώμης πώς
ό Κωνσταντίνος μέ 7 παιδιά και ό Ίσχάν μέ 7 γιους μέ τήν ιδιότητα τους σαν
πρώτοι οικιστές της Σάντας δεν μπορούν να συμπληρώσουν τό ιστορικό κενό της
εποχής.
Οί περιπέτειες αυτές του
Ισχάν ή του Κωνσταντίνου κρίνονται κάπως υπερβολικές. Βέβαια όλοι οί φυγάδες της
Σάντας καί των άλλων χωριών του Πόντου είχαν περιπέτειες καί καταδιώξεις
ανήκουστες, μα οί περιπέτειες των δύο αυτών φυγάδων δεν συμβιβάζονται μέ τήν
λογική ούτε μέ τήν πραγματικότητα, γιατί τά ιστορικοθρησκευτικά μνημεία της
Σάντας, δηλ, τά άσβεστοχτισμένα παρεκκλήσια της μέ τις τοιχογραφίες τους είναι αλάνθαστοι μάρτυρες της αρχαιότητας
της, και σαν κατοικημένη πού ήταν ή Σάντα θά μπορούσε νά δεχθεί νέους φυγάδες
χωρίς παρόμοιες περιπέτειες.
Οί περιπέτειες αυτές θά ήσαν πιστευτές άν δεν
βρισκόταν στη Σάντα κανένα σημάδι ζωής παλαιών κατοίκων της καί κανένα δείγμα
πολιτισμού αυτών, δηλ. άν ήταν ακατοίκητη ή Σάντα άπό κτίσεως κόσμου. Άλλωστε ό
πολιτισμός της Σάντας που
μαρτυρείται άπό τά θρησκευτικά μνημεία της που είπαμε, άναπτύχθηκε κατά τόν Μεσαίωνα και κυρίως κατά την εποχή των
Κομνηνών, και πώς ήταν δυνατόν αμέσως μόλις έπεσε ή Τραπεζούντα να ερημωθεί ή
Σάντα τέλεια μέσα σέ λίγα δευτερόλεπτα, και να μην δείξει κανένα σημάδι της
ύπαρξης της;
Και που θά εύρισκαν καλύτερο καταφύγιο οί Σανταίοι; Και που θά
κατέφυγαν λες οί Σανταίοι τότε μες' την μπόρα εκείνη της Τούρκικης επιδρομής;
Μήπως κατέφυγαν επίτηδες στην Τραπεζούντα μέ σκοπό να παρουσιασθούν στον
Μωάμεθ τόν πορθητή και νά του πουν «Σφάξε με πασά ν' αγιάσω;»
Όλα αυτά γεννούν την απορία πώς δημιουργήθηκε ή γραπτή παράδοση
για τον Ίσχάν ή τόν Κωνσταντίνο με τά χοντροειδή λάθη της. Και αφού εξόκειλαν
οί γραπτές μας παραδόσεις, πολύ περισσότερο θά εξοκείλουν οί προφορικές παραδόσεις
μας. Και ό Ιστοριογράφος μιας τέτοιας χώρας είναι υποχρεωμένος νά φορτωθεί
ολόκληρα βουνά, νά μελετήσει, νά αγρυπνήσει, νά βάζει στη ζυγαριά όλες τις
ειδήσεις γραπτές και άγραφες, νά τις ελέγξει απόλυτα και αντικειμενικά, και νά καταλήξει
σέ συμπεράσματα λογικά σύμφωνα μέ τήν πραγματικότητα για νά μην «συνυφαίνει μυθολογικόν
πέπλον» κατά τήν έκφραση του
πρώτου μας ιστοριογράφου.
Κατόπιν άπό όλα αυτά δεν μπορούμε νά παραδεχθούμε πώς
ό Ίσχάν ή ό Κωνσταντίνος είναι οί δημιουργοί της τέως ακατοίκητης Σάντας, πώς
είναι ο Αδάμ των Σανταίων, αφού υπάρχει ή πιθανότης να ήσαν αυτοί μυθώδη
πρόσωπα πού σκεπάζουν άλλα πρόσωπα πραγματικά. Έπειτα και ό δρόμος πού πήραν ό
Κωνσταντίνος ή ό Ίσχάν είναι απαράδεκτος.
Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Τραπεζούντας και των
περιχώρων σ' εκείνη τη φουρτουνιασμένη μετά τήν άλωση εποχή έφευγαν στά βουνά
όπου ήσαν τά τρία μας Μοναστήρια, του
Σουμελά του Βαζελώνος και του Περιστερά, κι άπό κει διοχετεύονταν σε περιοχές
χριστιανικές, όπου ήταν ισχυρό τό αίσθημα της Χριστιανικής και εθνικής αλληλεγγύης,
και όπου λίγο πολύ μπορούσαν νά βρουν προσωρινά τά μέσα της συντήρησης και νά
παρηγορηθούν.
Τέτοιες περιοχές ήσαν άπ' τή μιά μεριά ή Χαλδεία, κι'
άπ' τήν άλλη ή Σάντα, ή Ματσούκα και ή Γαλίανα μέ όλα τά γύρω τους παρχάρια πού ήσαν τότε
καλλιεργημένα και κατοικημένα.
Αντίθετα ό Ισχάν ή ό Κωνσταντίνος βλέπομε πώς πήραν
τόν δρόμο της Δράνας - Ούζης, δρόμο πολύ επικίνδυνο για τούς Χριστιανούς
λόγω της παρουσίας των Τούρκων στα παράλια, και κατασκήνωσαν στήν έρημη Σάντα,
Τό μόνο πού μπορούμε νά παραδεχθούμε άπό τήν σχετική παράδοση είναι ότι αμέσως
μετά τήν άλωση πύκνωσαν τόν πληθυσμό της Σάντας πολλοί νέοι φυγάδες Ίσχάνηδες
Κωνσταντίνοι και άλλοι, δεν μπορούμε όμως νά πούμε θετικά ποιοι και πόσοι ήσαν,
και πότε ακριβώς εγκαταστάθηκαν στήν Σάντα.
Πάντως πολλοί υποστηρίζουν την γνώμη ότι, όπως είπαμε, ένα μεγάλο κύμα
νέων φυγάδων έφτασε στην Σάντα αμέσως ύστερα άπό την άλωση, γιατί ή τότε κατάσταση δεν τους επέτρεπε νά περιμένουν 80 χρόνια, όπως μας λέει ή σημείωση
Χουτουρά. Άλλωστε τό χοτσέτι πού αναφέρομε αμέσως παρακάτω μας δείχνει ότι 33
χρόνια μετά την άλωση πούλησαν οί
Σανταίοι τό παρχάρι Κοβλακά σε κάποιον Τούρκο, και η πράξη τους αυτή πρώτα καταρρίπτει τόν ισχυρισμό του
κωδικογράφου γιά τά 80 χρόνια του, και ύστερα μας δείχνει πώς αυτοί πού
ενήργησαν μία τόσο σοβαρή δικαιοπραξία με Τούρκους δεν ήσαν έπήλυδες, άλλ' ήσαν
αυτόχθονες πού μπόρεσαν να επιβάλουν στους Τούρκους σεβασμό προς τήν
ιδιοκτησία τους.
Τό χοτσέτι πού βρέθηκε στήν
ενορία Πιστοφάντων και εκδόθηκε τό 937 Έγείρας (1529 μ.χ.) αναφέρει ότι οι
Σανταίοι κατά τό 1494 πούλησαν τό παρχάρι Κοβλακά στον Τούρκο Γιαγλά Πεσόχλου. Επαναλαμβάνουμε
ότι η πούληση του παρχαρίου θά ήταν έργο των ιθαγενών κατοίκων της Σάντας, οι
οποίοι γιά νά προβούν σέ μια τέτοια δικαιοπραξία φαίνεται θά ήσαν κάτοχοι
ελληνικών αυτοκρατορικών τίτλων κυριότητος, και μέ τούς τίτλους αυτούς θά
μπόρεσαν νά εξασφαλίσουν τήν πούληση του παρχαρίου. Αποκλείεται κατά τήν γνώμη
μας νά προέβησαν οι νέοι φυγάδες της Σάντας, τούς οποίους αναγνωρίζει ως
μόνους κατοίκους της Σάντας ό πρώτος ιστοριογράφος, σέ τέτοια πράξη, γιατί οί
Τούρκοι δεν θά ήθελαν ν' αναγνωρίσουν σ' αυτούς δικαιώματα
ιδιοκτησίας και θά επιχειρούσαν νά καταλάβουν μέ τήν βία τό παρχάρι Κοβλακά. Ώστε
μέ μιά τέτοια πράξη μπορούσαν ν' ασχοληθούν μόνο οί ιθαγενείς Σανταίοι, των
οποίων ή συμφωνία μέ τούς Τούρκους θά είχε ανώτερο κύρος, και μιά τέτοια πράξη
αποδεικνύει πώς ή Σάντα δεν έπαψε νά είναι κατοικημένη μπροστά άπό τήν άλωση.
Οί νομάδες του Πόντου Σίνται
δεν ήταν δυνατόν νά είναι μόνιμοι κάτοικοι της Σάντας. Πάντως πέρασαν κι άπό
τήν Σάντα αφού όλον τον Πόντο τον πέρασαν στο πόδι, μα ή γνώμη πώς έδωσαν οί
Σίνται τό όνομά τους σέ μόνη τήν Σάντα φαίνεται παρακινδυνευμένη, γιατί
υπάρχει κάποια ζωντανή παράδοση πού αγνοεί όλως διόλου τούς Σίντας. Τήν
παράδοση αυτή δεν τήν αναφέρει κανένας ξένος ιστορικός, απορεί δέ κανείς γιατί δεν
τήν ανάφερε και ό πρώτος ιστοριογράφος της Σάντας, ό οποίος αναμφιβόλως τήν άκουσε
όπως τήν ακούσαμε κι εμείς. Γιά τήν παράδοση αυτή θά μιλήσουμε λίγο παρακάτω, μα εδώ έχομε να πούμε πώς εκτός άπό τούς Σίντας έχομε και τούς Σάννους, γιά τούς
οποίους αφού δεν ήσαν νομάδες μπορεί νά πει κανείς ασφαλέστερα πώς αυτοί έδωσαν τό όνομα τους στη
Σάντα.
Γιά τούς Σάννους γράφει ό Δ. Αποστολίδης
τά παρακάτω στο σύγγραμμα του «Ιστορία τού Ελληνισμού του Πόντου» Κεφάλαιο Β'. «Οί Σάννοι κατοικούσαν στήν παραλιακή χώρα τού Πόντου άπό Βατούμ μέχρι Τραπεζούντας
και μεσογείως μέχρι Παϊπούρτης, δηλ. στις περιφέρειες Ίσπύρ και Τορτόμ .
Αυτοί αφομοίωσαν πολλά έθνάρια τού
Πόντου, τούς Βυζήρας, Εκεχειριείς, Βεχείρους και Μακροκεφάλους. Τούς Σάννους
πριν τούς έλεγαν Μάκρωνες, ήσαν δέ πολεμικός λαός. Ό Αυτοκράτορας Ιουστινιανός
κυρίεψε την χώρα τους μέ τόν στρατηγό Σίττα, διάδωσε σ' αυτούς τον
Χριστιανισμό, διάνοιξε δρόμους, έχτισε πολλά φρούρια σέ επίκαιρα σημεία και
ανάγκασε αυτούς ν' αφήσουν τή ληστρική ζωή και νά κατέβουν στά παράλια».
Λοιπόν
άπ' όσα μάς λέγει ό ιστορικός Δ. Αποστολίδης γιά τούς Σάννους καταλαβαίνομε
πώς μέσα στη χώρα των Σάννων βρίσκεται
καί ή Σάντα μας. Γιά τά έθνάρια πού αφομοίωσαν οί Σάννοι είχαμε στη Σάντα
κάποια αρχαία παράδοση πού τήν άκουσα άπ' τή μητέρα μου και άπό πολλούς γέρους
Ίσχανανταίους.Ή μητέρα μου μιά μέρα εκεί πού ανεβήκαμε στον Άγιο Θεόδωρο και αντικρίσαμε
κατά τήν Ανατολή τά χιονισμένα Ποντικά βουνά, μου δείχνει ένα ψηλό βουνό πίσω
απ' τόν ποταμό Καρά τερε καί μου λέει: «Νά Μιλτιάδη, πίσω από κείνο τό βουνό
βρίσκεται ή Σκυλοκεφαλία».
Της ρώτησα : «Μητέρα, τι είναι αύτη ή Σκυλοκεφαλία;»
«Της λένε έτσι» μου είπε, «γιατί πίσω άπ' αυτό τό βουνό ζουν οί σκυλοκέφαλοι
πού έχουν κεφάλι μακρουλό σαν του σκύλου καί είναι άγριοι πολύ άγριοι».
Ή
παράδοση αυτή είναι ζωντανή απόδειξη
της ύπαρξης στον Πόντο κατά τόν Μεσαίωνα των Μακροκέφαλων πού τούς αφομοίωσαν
οί Σάννοι, γιά τά άλλα όμως έθνάρια καί για τήν αφομοίωση τους άπό τούς Σάννους
δεν έχομε καμία όμοια παράδοση. Ή αξία της παράδοσης αυτής έγκειται στο ότι ή μητέρα μου καί όλοι οί άλλοι γέροι
τού χωριού μας πίστευαν πώς Μακροκέφαλοι ή Σκυλοκέφαλοι ήσαν ναι και καλά οί
σημερινοί κάτοικοι της ορεινής εκείνης
περιφέρειας Καρά τερε των Σουρμένων.
Καί τώρα άς έρθουμε στό ζήτημα της ονομασίας της
Σάντας. Ή αλήθεια είναι πώς στό ζήτημα αυτό οί Σάννοι
νίκησαν τούς Σίντας - άπό τό Σάννοι Σάντα καί όχι άπό τό Σίνται Σάντα - και θα 'παιρναν
χωρίς αμφιβολία τό κλαδί της ελιάς άν δεν
παράβγαινε μ' αυτούς στό Στάδιο κάποιος πρωταθλητής, κάποια δηλ. ζωντανή καί
αληθοφανής παράδοση πού αγνοεί όλως διόλου Σίντας και Σάννους .
Παρευρέθηκα πολλές φορές σέ πολλές συζητήσεις
των διανοουμένων της Σάντας, οί οποίοι σέ κάθε συζήτηση γύρευαν νά εξιχνιάσουν
τό μυστήριο της εποίκησης της Σάντας και της ονομασίας της. Σ' όλες αυτές τις συζητήσεις ή γνώμη τού γηραιού δασκάλου
Σπύρου Μαντίδη ακουγόταν μέ μεγάλη προσοχή και ήταν
σεβαστή. Για τήν χρονολογία της
εποίκησης της Σάντας και για τήν ονομασία της όλοι ήσαν σύμφωνοι, παραδέχονταν
δηλ. όλοι τους για αλάνθαστη τήν παρακάτω ζωντανή παράδοση:
Στον σκληρό διωγμό των
Χριστιανών του Πόντου πού έγινε στην εποχή του Διοκλητιανού, όταν μαρτύρησαν ό Επίσκοπος Τραπεζούντας Ευγένιος, ή Αγία
Βαρβάρα κ. ά. πολλοί Χριστιανοί του Πόντου ζητούσαν καταφύγια ασφαλή,
καταφύγια μέ βράχους και γκρεμούς,
καταφύγια απρόσιτα στους διώκτες τους. Έτσι οί Χριστιανοί σκόρπισαν παντού στά
βουνά του Πόντου. Στήν εποχή του δέκατου
διωγμού εξασφαλίσθηκε ή ζωή πολλών Χριστιανών
πού κατέφυγαν στήν πατρίδα
μας Σάντα, και
οί φυγάδες αυτοί έδωσαν στήν πατρίδα μας πού τούς έσωσε τό όνομα Σάντα
(άγια χώρα) άπό τό λατινικό SANCTA του αρσενικού SANCTUS.
Ή λατινική ονομασία Σάντα δόθηκε στήν πατρίδα μας
άπό λατινομαθείς φυγάδες. Και οί λατινομαθείς φυγάδες της εποχής του
Διοκλητιανού δεν μπορούσαν νά προέρχονται άπό τούς έκ βαρβάρων χριστιανούς, αλλά
μόνο άπό τούς έκ των Ελλήνων αποίκων της Τραπεζούντας χριστιανούς, οι οιποίοι
ήσαν επιδεκτικοί κάθε μάθησης. Άλλωστε τούς λατινομαθείς αυτούς φυγάδες δεν
μπορούμε να τούς βρούμε και ανάμεσα στους Έλληνες των τελευταίων ημερών της Αυτοκρατορίας των
Κομνηνών, γιατί οί Έλληνες του Πόντου και όλος ο τότε ελληνισμός μισούσαν κάθε τι το λατινικό,
το φράγκικο, ούτε μπορούμε νά τούς βρούμε και στήν εποχή της τουρκοκρατίας.
Άρα
τούς λατινομαθείς αυτούς όπως λέμε
μπορούμε νά τούς βρούμε κάλλιστα ανάμεσα στους Χριστιανούς της εποχής των
διωγμών, και μάλιστα στους Έλληνες άποικους της Τραπεζούντας πού ασπάσθηκαν
τόν Χριστιανισμό. Τότε πού οί Ρωμαίοι εξουσίαζαν τον Πόντο και ολόκληρο τόν
γνωστό κόσμο, ή λατινική ήταν διαδεδομένη προ παντός μεταξύ των προοδευτικών
Ελλήνων αποίκων Τραπεζούντας, και τότε οί λατινομαθείς αυτοί φυγάδες Χριστιανοί
αφού εγκαταστάθηκαν στήν απόμερη και ορεινή πατρίδα μας μακριά άπ' τό βέβηλα
μάτια των ειδωλολατρών διωκτών τους, παράσυραν σέ λίγο και πολλούς άλλους νέους
φυγάδες. Ή ονομασία της Σάντας αποδίδεται στους πρώτους
φυγάδες, οί οποίοι εκεί πού θεωρούσαν τόν εαυτό τους χαμένο βρήκαν σωτηρία στήν
δοξασμένη πατρίδα μας. Τό όνομα Σίντα πού αναγράφεται στη σημείωση του
Μοναστηρίου Χουτουρά μας υποχρεώνει νά υποθέσουμε πώς οί προ των διωγμών μή
μόνιμοι κάτοικοι της Σάντας θά ήσαν οί περίφημοι νομάδες Σίνται.
Έδώ ένα πράγμα βάζει σέ
υποψία τούς ερευνητές της ιστορίας της Σάντας, άν δηλ. ή Σάντα ήταν
κατοικημένη συνεχώς ή όχι άπό τήν εποχή των διωγμών των Χριστιανών ως σήμερα.
Και ή υποψία αυτή είναι κάπως δικαιολογημένη γιατί ή Σάντα είναι ορεινή και άγονη. Πέντε πράγματα όμως μάς βεβαιώνουν ότι ή Σάντα ήταν κατοικημένη
συνεχώς επί 16 αιώνες, κι αυτά
είναι τά έξης :
1)Οι Σανταίοι άν και ανακαλύφθηκαν μεσ' τη Σάντα
και σφάχτηκαν πολλοί άπ' αυτούς άπό
τούς Πέρσες, δεν ήταν δυνατόν νά εγκαταλείψουν την Σάντα, γιατί που αλλού μπορούσαν νά βρουν ασφαλέστερο καταφύγιο;
2) Ό υπέροχος πατριωτισμός των Σανταίων τούς
κάρφωσε στους βράχους της σαν τόν Προμηθέα γιά μιάμιση χιλιετηρίδα.
3) Βρίσκονταν στις μικρές κοιλάδες της Σάντας
και στις πλαγιές των βουνών της μεγάλες εκτάσεις κατάλληλες
γιά κτηνοτροφία και γιά καλλιέργεια πρώιμων δημητριακών.
4) Ό συνδυασμός της
καλλιέργειας της γης μαζί μέ τήν κτηνοτροφία και μέ τό επικουρικό επάγγελμα του
μεταλλουργού έδινε
στους Σανταίους την δυνατότητα νά
ζήσουν μεσ' στη Σάντα έστω και
λιτά μερικές εκατοντάδες οικογένειες.
5) Εφ' όσον τα θρησκευτικά
μνημεία της Σάντας αποδείχνουν πώς ή Σάντα δημιούργησε κάποιον πολιτισμό σέ ειρηνικές
περιόδους, και εφ' όσον είναι γνωστό πώς σέ πολεμική περίοδο ή και
σέ κάθε άλλη κινδυνώδη εποχή κατέφευγαν οτή Σάντα χιλιάδες φυγάδες, συμπεραίνομε
ότι η Σάντα ουδέποτε ερημώθηκε
τέλεια σέ καμιά εποχή, παρά αραίωνε ό πληθυσμός της σέ κάθε ειρηνική περίοδο, και πύκνωνε σέ κάθε πολεμική τέτοια. Ή ύπαρξη άλλωστε ερειπίων
μικρών εκκλησιών και όχι μεγάλων στη Σάντα αποδεικνύει ότι κατά τόν Μεσαίωνα δεν ήταν πυκνά κατοικημένη ή Σάντα, γιατί τότε επικρατούσε σχετική ησυχία
στον Πόντο.
Αυτό πού μάς λέει ή
παράδοση ότι οί πρώτοι οικιστές διέσχισαν τά πυκνά δάση της ερημικής δήθεν
Σάντας ώσπου να φτάσουν στο Τερζάντων, καί ότι σημάδεψαν τά δένδρα γιά να μην
χάσουν τόν δρόμο, αυτό είναι σωστό, μα αυτό δεν μπορεί νά αποδείξει πώς ή Σάντα
ήταν ακατοίκητη, γιατί όλα τά βουνά της Σάντας άπό τήν πρώτη μέρα της εποίκησης
της μέχρι του 1800, δηλ. επί 1500 χρόνια ήσαν σκεπασμένα άπό πυκνά καί αδιαπέραστα
δάση.
Λοιπόν σέ οποιαδήποτε εποχή οποιοσδήποτε ξένος άν ερχόταν στη Σάντα θά
έχανε τόν δρόμο του μες' τά πυκνά δάση της Σάντας. Γεννάται όμως τό ερώτημα :
Πώς καλλιεργούσαν τά βουνά μας μέ σιτηρά οί προγονοί μας, αφού τά βουνά αυτά
όπως λέμε ήσαν σκεπασμένα άπό αδιαπέραστα δάση; Ή απάντηση είναι: Οί προγονοί
μας καλλιεργούσαν τούς μικρούς ή μεγάλους κάμπους των οροπεδίων καί τις γύρω των
ενοριών πλαγιές των βουνών, καί όχι τις απότομες πλαγιές των μακρινών βουνών,
εμείς δε αργότερα καλλιεργούσαμε μόνο τις γύρω των ενοριών πλαγιές των βουνών.
Αυτές οί καλλιεργήσιμες εκτάσεις συγκρινόμενοι μέ τις απότομες πλαγιές των
βουνών μας μόλις φθάνουν στό 5% της δικής τους έκτασης. Ώστε τό
περισσότερο μέρος του εδάφους της Σάντας σέ όλο τον Μεσαίωνα ήταν δασωμένο. Τό
5% ανάλογα μέ τον συνολικό αριθμό
των 200 τετραγωνικών χιλιομέτρων του
εδάφους της Σάντας αποδίδει 10.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, μέσα στην οποία
συμπεριλαμβάνονται και τά χορτολείβαδα. Όλη ή Σάντα καλλιεργούσε ανέκαθεν αυτά
τά 10.000 δεκαδικά στρέμματα, είχε όμως μεγάλες βοσκήσιμες εκτάσεις και δάση
απέραντα..
Είπαμε ότι μόλις άρχισε ό δέκατος διωγμός των
Χριστιανών,πλημμύρησαν τά βουνά της Σάντας άπό φυγάδες Χριστιανούς, και ότι
πριν άπό τον διωγμό ήταν πάλι κατοικημένη ή Σάντα, μα κατοικούσαν σ' αυτή
ειδωλολάτρες ή χριστιανοί νομάδες, προ παντός οί Σίνται πού δεν άφησαν καμιά
γωνία του Πόντου άθικτη.
Αυτοί κάθε χειμώνα γιά ν' αποφύγουν τό φοβερό κρύο
της Σάντας και για νά συντηρήσουν μέ λίγα έξοδα τά ζώα τους κατασκήνωναν στά
θερμά παράλια της Γεμουράς και των Σουρμένων, και τo καλοκαίρι επανέρχονταν στη Σάντα. Παρόμοιες συνθήκες διέπουν και σήμερα
τήν ζωή της Σάντας μας.
Σήμερα οί περίοικοι Τούρκοι κάθε χρόνο ξεκαλοκαιριάζουν
στα βουνά της Σάντας μέ τό κοπάδια τους, και τόν χειμώνα κατεβαίνουν στά
χαμηλοχώρια τους. Σχετικά γράψει ό σημερινός Τούρκος Μουχτάρης της Σάντας στον
φίλο δικηγόρο κ. θεόδωρον Λαζαρίδη τά έξης :
... Εις τήν ένορίαν
Πινατάντων κατοικούν -τά παιδιά του Μουεζίν άπό τό χωρίον Σίμωνα. Είς τό χωρίον
Ίσχανάντων κατοικούν 63 οικογένειες άπό τήν Γιάχωραν των Σουρμένων.... Είς τήν
ένορίαν Τσακαλάντων κατοικούν 12 οικογένειες άπό τό χωρίον Καράκιοϊ της
Γέμουρας. Είς τήν ένορίαν Πιστοφάντων 35 οικογένειες άπό τό χωρίον Σιντζάν
Μεσοχώρι. Είς τήν ένορίαν Ζουρνατσάντων κατοικούν 25 ομογένειες άπό
τήν"Ασα. Είς τό Κοζλαράντων κατοικούν 5 οικογένειες-άπό τήν
Χάρουξαν. 'Από αύτάς τάς ενορίας μόνον είς τό Κοζλαράντων παραμένουν καθ' όλον
τό έτος. Αι υπόλοιποι ενορίαι είναι έρημοι. Εγώ παραμένω καθ' όλον τό έτος
είς τήν Σάνταν.
Ο Μουχτάρης Αχμέτ Πολάτ
Ώστε οί Χριστιανοί ήσαν πού
στάθηκαν οί μόνιμοι κάτοικοι της Σάντας, οί οποίοι μέ τήν επίδραση της
θρησκείας και αργότερα μέ τήν εργασία των τριών Μοναστηριών του Πόντου και μέ
τήν επιβολή της
Ελληνικής αυτοκρατορίας των Κομνηνών έγιναν οί πλέον φανατικοί Έλληνες
και φύλαξαν τόν εθνισμό τους και τή θρησκεία τους εκεί μεσ' τά θεόρατα βουνά επί
16 αιώνες. Στη Σάντα λοιπόν επειδή ανέκαθεν ζούσαν ζωή σκληρή δεν ήταν δυνατόν
νά παραμείνουν όλοι μετά τό πέρασμα της μπόρας, και μόλις καθησύχαζαν τα
πράγματα πολλοί φυγάδες ξαναγύριζαν στά χωριά τους.
Εννοείται οί περισσότεροι
φυγάδες κατά τόν Μεσαίωνα θά ήσαν άπό τά χωριά Άγρίδ, Σίμωνα, Γουλιτσάντων,
Ίσχάν, Μεσοχώρ, Φώσια κλπ.
της κοιλάδας του ποταμού Γιάμπολης -
Σάντας. Οί κάτοικοι των χωριών αυτών σε κάθε ειρηνική περίοδο επικοινωνούσαν κάθε
καλοκαίρι στά παρχάρια μέ τούς ιθαγενείς της Σάντας και ήσαν κι αυτοί Σανταίοι, μόλις δέ εμφανιζόταν
κάποιος κίνδυνος άφηναν τά χωριά τους και κατασκήνωναν στά βουνά της Σάντας. Αυτό
θά επαναλήφθηκε κάμποσες φορές ως τόν καιρό πού ή τούρκικη μπόρα σάρωσε και τόν
Πόντο μας άπ' άκρη σ' άκρη, και αναγκάσθηκαν τότε νά τουρκέψουν αρκετοί Έλληνες
χριστιανοί των χωριών της κοιλάδας του ποταμού μας, οί δέ υπόλοιποι αναγκάσθηκαν
νά καταφύγουν στη Σάντα και νά
συζούν μέ τούς ιθαγενείς κατοίκους
της.
Γιά νά όνομασθεί λοιπόν σέ
όλο τόν Πόντο μόνη ή πατρίδα μας Σάντα αγία, αυτό σημαίνει πώς μόνη αυτή
πρόσφερε τόσες υπηρεσίες
στον Ελληνισμό και Χριστιανισμό του Πόντου όσες πρόσφεραν τά λοιπά ορεινά
τμήματα της περιφέρειας Τραπεζούντας μαζί ενωμένα. Επάνω σ' αυτή τήν παράδοση
συχνά γινόταν συζήτηση μεταξύ των διανοούμενων της Σάντας, κι ό μεν πατέρας μου μέ
τόν Σπύρο Μαντίδη, τόν Χ. Τσαντεκίδη, τόν Δαμ. Πιστοφίδη και πολλούς άλλους
εννοούσαν ν' αποδώσουν τά γεγονότα αυτά στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού
μέ επιχειρήματα όμοια μέ τά δικά μας, μόνο δε ένας, του οποίου τό όνομα μας
διαφεύγει, εννοούσε ν' αρνηθεί τήν αρχαιότητα της Σάντας και τά απόδιδε στους
χρόνους της Τουρκοκρατίας, γινόταν δέ μάλιστα και πιστευτός άπ' τόν απλοϊκό
πληθυσμό της Σάντας.
Έδώ είναι καιρός νά ρίξουμε μιά ματιά στις παρακάτω σημειώσεις
του Μοναστηρίου Χουπουρά:
α'. "Όγδοήκοντα έτη μετά τήν άλωσιν της
Τραπεζούντος ευγενείς τίνες καί ορθόδοξοι χριστιανοί, τό γένος έκ
Πλατάνων καί άπό τό χωρίον Δίβρανον υπάρχοντες, -όρμήν Τούρκων φυγόντες ήλθον και
κατώκησαν εις Σίνταν, τήν εως τότε έρημον κατοίκων. Αλλά και τό μέρος τούτο ήτο
παλαιόθεν κατωκημένον, τους δέ ανθρώπους ήφάνισεν ό Περσικός πόλεμος".
β'. "Οι
Σίνται τους ημετέρους έμαθον τήν μεταλλουργικήν".
Έδώ ο κωδικογράφος
του Χουτουρά ονομάζει τήν πατρίδα μας Σίνταν, καί τούς Σίντας άπό νομάδες τους
κάνει μεταλλουργούς. Δεν διευκρινίζει ό κωδικογράφος τό σημείο αυτό της
ιστορίας Σάντας, δεν μας λέγει δηλ. πως οί πρώτοι μόνιμοι κάτοικοι της
Σάντας, καί όχι οί Σίνται αυτοί καθ' εαυτούς, υστέρα άπό τόν Διοκλητιανό
άρχισαν νά επιδίδονται στην μεταλλουργία, καί πώς ύστερα άπό πολλούς αιώνες
έμαθαν και σέ άλλους τήν μεταλλουργική, αλλά μόνο μας λέγει πώς οί Σίνται
έμαθαν στους δικούς τους τήν μεταλλουργική. Ή ύπαρξη των νομάδων Σιντών στον Πόντο
συσκότισε τό σημείο αυτό της ιστορίας μας, και έτσι πολλοί, δικοί μας καί
ξένοι, σχημάτισαν τήν πεποίθηση πώς άπό τό Σίντα προέκυψε υστέρα τό Σάντα.
Κι
ο ευλογημένος αυτός καλόγερος αναγράφει μέ τόση απάθεια τις λέξεις Σίντα και
Σίνται, ώστε σέ υποχρεώνει να αεροβατείς σαν κι αυτόν. Τί να του πεις; Άφησε τό
σωστό όνομα καί έπιασε, τό Σίντα. Ή γνώμη του θά είχε κάποια σημασία άν μας
έλεγε καθαρά πώς οί σημερινοί Σανταιοι και Σάντα είναι οί αρχαίοι Σίνται καί
Σίντα. Μα ό κωδικογράφος μας δεν μας λέγει ούτε αυτό, καί τί κάνει; Περιφρονεί
τήν αλήθεια καί προστρέχει στην ιστορία για νά κάνει μόνο καί μόνο επίδειξη των
ιστορικών του γνώσεων. Γι αυτόν τόν λόγο ή πληροφορία του αυτή για τήν ονομασία
της Σάντας χάνει τό κύρος της.
Κατά τό σύστημα του καλόγερου αυτού πρέπει νά
ονομάσουμε καί τήν Αθήνα Κεκροπία, γιατί μιά φορά καί έναν καιρό πέρασε ό
Κέκροπας άπό κεί, καί την Τραπεζούντα Ανδρεούπολις γιατί πέρασε ο Απόστολος Ανδρέας άπ' αυτήν δυο φορές. Έπρεπε
ό καλόγερος αυτός νά σκεφτεί τό εξής ότι, τά ονόματα Σίντα καί Σίνται έλειψαν τέλεια άπό τόν Πόντο γιατί οί
Σίνται σαν νομάδες καί απολίτιστοι πού ήσαν δεν μπόρεσαν ν' αφήσουν κανένα
μνημείο της διάβασης τους άπό τόν Πόντο, καί ότι εφ' όσον καμιά γωνία τού
Πόντου δεν φέρει τό όνομα των Σιντών δεν είναι υποχρεωμένη καί ή Σάντα νά
επωμίζεται τούς Σίντας.
Τό περίεργο είναι ότι ό ιστορικός καλόγερος προσπέρασε
καί τήν Ιστορία, καί ενώ ή Ιστορία αναφέρει για τούς Σίντας καί όχι γιά τήν
πατρίδα τους Σίντα -γιατί αυτοί σαν νομάδες πού ήσαν δεν είχαν ποτέ τους
πατρίδα- αυτός τούς δημιούργησε πατρίδα τήν Σάντα πού τήν ονομάζει Σίντα γιά τό
ομόηχο της, καί έτσι χάρισε στους νομάδες Σίντες παρά τήν επιθυμία τους τήν
Σάντα μας.
Αυτή ή σύγχυση πού μας έγινε
μέ τό ομόηχο των Σιντών, μάς έγινε καί μέ τό ζήτημα των Αρμενίων του ποταμού
Σάντας. Καί ή σύγχυση είναι τρομακτική, γιατί καμία γραπτή
ή άγραφη παράδοση μας δεν αναφέρει τό όνομα Σίντα. Σάντα λοιπόν ήταν τό όνομα
της πατρίδας μας άπ' τά παλιά τα χρόνια. Αν στο 1644, τήν χρονιά δηλ. πού
έγραφε ό καλόγερος αυτά τά αλλόκοτα, είχε ή πατρίδα μας τό όνομα Σίντα, αυτό θά
τό ήξεραν σήμερα κι οί γάτες μας. Μπορεί μέσα στό διάστημα τριών αιώνων να λησμονηθεί
τέλεια ή ονομασία μιας τόσο ηρωικής χώρας; Λυπούμαστε πώς ό α'. ιστοριογράφος
μας δεν βασάνισε αυτήν τήν ιστορική είδηση.
Έδώ παραθέτομε καί τήν γνώμη του φίλου δικηγόρου κ. Τηλεμάχου Πελαγίδη
γιά τήν ονομασία της Σάντας. Μάς λέγει τά έξης :
" H ονομασία της Σάντας έχει
κάποια σχέση μέ τό τοπικό γλωσσικό ιδίωμα του Πόντου. Όπως είναι γνωστό, τό
τοπικό μας γλωσσικό ιδίωμα περιέσωσε άφθονα στοιχεία της αρχαίας Αττικής διαλέκτου
καί της Ομηρικής επίσης. Ό Όμηρος λέγει στήν Ίλιάδα Ψ. «"Αναντα, κάταντα,
πάραντά τ' ήλθον» = ανεβοκατέβηκαν βουνό καί λαγκάδια.
Ή ομηρική λέξη άναντα
σημαίνουσα τόν ανήφορο έπαιξε φαίνεται σπουδαίον ρόλο στήν ονομασία της πατρίδας
μας Σάντας. Όπως οί Πόντιοι Έλληνες προέταξαν ανέκαθεν τό σου ή
σα αντί της
προθέσεως είς σέ πολλές τοποθεσίες του Πόντου λ. χ, σου
Μελά (είς τό όρος Μελά), σά λιβάδια (είς τά Λειβαδιά), έτσι προέταξαν καί τό σα
στη λέξη άναντα καί σχημάτισαν τήν λέξη σά άναντα, καί μέ τήν έκθλιψη τού α σ'
άναντα. Αν ρωτούσε κάποιος τόν Σανταιο τού παλαιού καιρού που θά πάει, θά
του απαντούσε : Πάγω σ' άναντα = πηγαίνω στον ανήφορο, στό βουνό. Μία σύντμηση
της λέξης σ' άναντα σχημάτισε τήν λέξη Σάντα".
Μιλτιαδης Νυμφόπουλος
Χρυσοκέφαλο Νευροκοπίου 19 Ιουλη 1952
Santeos
1 Μαρτη '10 21.49
---

Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 474 Ετικέτα: σαντά, ιστορία του πόντου, νυμφοπουλος, ιστορια της σαντας |