Η Ξενιτιά 174 μέρες πριν Παράθεση('689174','689174','6','5269')">Έκθεση spamΤο έδαφος της Σαντάς ήταν πετρώδες και άγονο γι' αυτό, άπό τα πρώτα ακόμα χρόνια του συνοικισμού της Σαντάς οι κάτοικοι βρέθηκαν στήν ανάγκη νά ζητήσουν την τύχη τους στην ξενιτιά. Αυτοί οι πρώτοι οικιστές χρησιμοποιήθηκαν ως μεταλλουργοί στα αργυρούχα μεταλλεία του Βελιγραδίου, οί κατοπινοί χώνευαν μεταλλεύματα (λιθόμπορα) και έβγαζαν σίδερο αρίστης ποιότητας άλλοι δούλευαν στα μεταλλεία Αργυρουρουπόλεως τα οποία εφοδίαζαν με κάρβουνο, καί άλλοι έκαναν τον κτίστη στο εσωτερικό και στα παράλια
 |
Γιάμπολης ποταμός*
|
Πήγαιναν δε στην ξενιτιά πεζοπορώντας 1-2 μέρες φορτωμένοι και τις αποσκευές τους δηλ. λίγα εργαλεία, λίγα ρούχα καί ψωμί. Όλα αυτά τοποθετημένα σε σακί τα κουβαλούσαν στο κουραστικό ταξίδι τους.
To φθινόπωρο γύριζαν κατά ομάδες, φορτωμένοι πάλι τις αποσκευές τους, αλλά τώρα με χαρά , γύριζαν στα σπίτια τους με χαρτζιλίκι 2-3 λίρες της παλιάς εκείνης εποχής, και μερικούς πήχεις πανί η μάνουσας, ακόμα δε και με κάποιο μαγειρικό σκεύος.
Οι δε νέοι επέστρεψαν με διπλή χαρά, διότι «θα εσουμαδεύκουσαν ή θα έγυναίκιζαν».
Το λέει και το τραγούδι:
Ουλ περιμέν' την άνοιξην κ' ή κόρ τό μοθοπώρι,
τ' άθια άθούν την άνοιξην κ' ή κόρ τό μοθοπώρι.
0ι πρώτοι εκείνοι απλοί κτίστες σιγά σιγά εξελίχθησαν σε μαστόρους καλούς κι εργοδηγούς (πρωτομάστορες) και πρακτικούς -μηχανικούς. Τα οχυρωματικά έργα του Έρζερούμ τα έχτισε ό Λάμπρος Ξανθόπουλος.
Οί ξενιτιάντ συνήθως έφευγαν μετά το Πάσχα, και επέστρεψαν το φθινόπωρο, όταν κιτρίνιζαν τα φύλλα των δένδρων. Οι Σανταίες λοιπόν πού περίμεναν τους ξενιτεμένους τους, διάλεγαν από ένα δένδρο πλατανόφυλλου σφενδάμνου και περίμεναν πότε θα κιτρίνιζαν τα φύλλα του, γιά νά γυρίσουν οι ξενιτεμένοι τους και όταν ή Σανταία έλεγε: Τ' έμόν τό σπεντάμ εσαριλάεψεν (κιτρίνισε), εννοούσε πώς πλησίασε ό καιρός τής επιστροφής του ξενιτέα. Γι αυτό και το δίστιχο:
Σπεντάμ ντ' έσαριλάευες, ντ' έξξύουσαν τά φύλλα σ
απ' έναν έναν διαβαίννε τή μοθοπώρ τά μήνας.
Διάλεγαν δε τό σπεντάμ, διότι αυτό κιτρίνιζε νωρίτερα από τ' άλλα δένδρα.
Οι αποδημίες των ανδρών έφεραν και τούτο τό καλό: ότι πολλοί ξενιτεμένοι πήραν μαζί τους τις οικογένειές τους και εγκαταστάθηκαν στήν περιφέρεια Σουρμένων, Γεμουράς, Τραπεζούντας και Παϊπέρτης. Έτσι γινόταν αραίωση του πληθυσμού και τό δημογραφικό πρόβλημα έχανε την οξύτητα του.
Κατά τό 1856 είχε εκδοθεί τό χάτι χουμαγιούν. Οι κλωστοί πού ήσαν στή Σαντά και στις αποικίες «έφανερώθαν». Οι φανατικοί όμως μουσουλμάνοι έφεραν αντίδραση. Τις θλιβερές συνέπειες τής αντίδρασης δοκίμασε και όλη μεν η Σαντά στον αγώνα της γιά το παρχάρι Σκορδέν, προπάντων όμως ή αποικία Καταβόλ των Σουρμένων.
 |
Σχολείο σον Πιστοφάντων*
|
Πρώτα κλοπές, ύστερα ληστείες, κατόπιν εμπρησμοί και τελευταία φόνοι φανεροί. Οι καημένοι οι Σανταίοι του Καταβόλ αναγκάσθηκαν νά εγκαταλείψουν ακίνητη και κινητή περιουσία και νά καταφύγουν στή Σαντά. Ελάχιστοι ευτύχησαν νά πουλήσουν την περιουσία τους άντι πινακίου φακής.
Επειδή γιά τό λόγο αυτό ή αποδημία δεν ήταν εύκολη, και επειδή μαζεύτηκαν στή Σαντά όλοι οί άποικοι, γι' αυτό ή ζωή έγινε δύσκολη και απορία μάστιζε τον τόπο. Από τότε άρχισαν οί αποδημίες στή Ρωσία, πού
έγιναν πιο εύκολες μετά τον πόλεμο του 1878.
Οι αποδημίες είχαν τούτα τα καλά: αποκτούσαν πλούτο και κλίση προς την ευζωία και τον πολιτισμό καί μεγαλύτερη αγάπη προς τά γράμματα έπαψαν οι πεζοπορίες και οι κίνδυνοι του ταξιδιού, γιατί τώρα γιά μεταφορικό μέσο είχαν το ατμόπλοιο καί το σιδηρόδρομο, βρέθηκαν σε κράτος περισσότερο πολιτισμένο και την ζίβραν, τό ποτούρ και τα τσσιαρούχχια αντικατέστησαν τα στενά ταλόνια και τα σαπόκια.
Μαζί όμως με τα καλά αυτά εισόρμησαν και τα ποτά και τα χαρτοπαίγνια, πού ως τότε σχεδόν ήσαν άγνωστα.
Από την εποχή εκείνη τα σπίτια χτίζονταν πιο όμορφα, πιο ψηλά, με μεγαλύτερα παράθυρα και με περισσότερα διαμερίσματα.
Αποκτώντας χρήματα καί βλέποντας πόσο αναγκαία τους ήσαν τα γράμματα, μπόρεσαν νά φροντίσουν περισσότερο γιά τα σχολεία (περισσότερο καί καλύτερο προσωπικό) και στις εκκλησίες τους, γιά ανέγερση Παρθεναγωγείου έθεσε στη διάθεση της εφορείας Πιστοφάντων 200 λίρες ο Αρ. Ροδαφινός, μου είναι δε ανεξήγητο γιατί δεν ανηγέρθη, εκατοντάδες λίρες ξόδεψαν γιά την εκκλησία Πινατάντων καί την Κεντρική σχολή οι Μαυρόπουλοι, ο Γρ. Μελίδης ξόδεψε γιά το Παρθεναγωγείο Ίσχανάντων και άλλοι των οποίων μου διαφεύγουν τα ονόματα.
Με τον καιρό οι πρώτοι ταχτζζήδες (κτίστες) εξελίχθησαν σε εργοδηγούς, πρακτικούς μηχανικούς καί εργολάβους, πού έστρωσαν σιδηροδρομικά γραμμές, έκτισαν γέφυρες, άνοιξαν αυτοκινητοδρόμους, έκτισαν οχυρώματα και άλλα μεγάλα έργα (Μαυρόπουλοι, Κοσμάνωφ, Πολίτες, Κούρτογλης, Τσσιλιγκιαράντ, Μάραντος, Λαζαρίδης και άλλοι).
Στάθης Αθανασιάδης(Γεροστάθης)
"ΙΣΤΟΡΙΑ & ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ"
* Οι φωτογραφίες είναι απο το προσωπικό αρχείο του κ. Βασ. Σακελλαρίδη.
Santeos 8 Δεκέμβρη '11 18.55'
---

Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 465 Ετικέτα: σαντά, λαογραφια του ποντου, λαογραφια της σαντάς, ισχανάντων, σκορδέν, ταχτσήδες |