Santeos

ΕίσοδοςΕγγραφή
santeos1.mylivepage.com
 
Σαντά .   Φωτ. Αρχείο  Βασ. Σακελλαρίδη
Προσθήκη στα αγαπημένα εμένα Στείλτε ένα e-mail

Καρά-καπάν
Γέφυρα σον Γιάμπολη
Χαμελέτε σον Γιάμπολη
Ο Μύλος τη Πιστόφ
Ισχανάντων- Πινατάντων- Τερζάντων
Είσοδος σον Πιστοφάντων
Πιστοφάντων
Σχολείο σον Πιστοφάντων

Εξωτερικές συνδέσεις:

Our site is at APN Greece Directory
free counters
Επιστροφή στην αρχικήsanteos1.mylivepage.com / ΣΑΝΤΑ(Ιστορια-Λαογραφια) / ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΣΑΝΤΑΣ / Τ' Αγιάτ & Το Γερεβίν

Τ' Αγιάτ & Το Γερεβίν

Δημιουργία θέματοςΔημιουργία θέματος | Για την λίστα

Δημοσιεύτηκε απόΚείμενο

santeos1 Για αποστολή μηνύματος
Πληρωμένος λογαρισμός Πληρωμένος λογαρισμός
Τ' Αγιάτ & Το Γερεβίν
207 μέρες πριν 05.11.2011 12:48:33 Παράθεση('689174','689174','6','5262')">Έκθεση spam

Τ' ΑΓΙΑΤ'

Το ανώγειο ήταν χωρισμένο σε δύο μέρη: τ' άγιάτ' (χαγιάτι) και το γέρεβιν(όσπίτ').

Τ' άγιάτ' είχε την εξωτερική πόρτα (εξώπορτα) και αριστερά μεν (προς τη δύση) το φούρνο, δεξιά δε το κελάρ' (αποθήκη τροφίμων). Μετά το 1850 πολλοί μετασκεύασαν το κελάρι σε δωμάτιο γιά το χειμώνα, ταβανωμένο με παράθυρα και τζάκι ή θερμάστρα, και γύρω σέτια (καναπέ) πλάτος 1—1,20 και ύψος από το χώμα 40—50 πόντους, Σε μια γωνιά  ήταν το εικονο­στάσι.

Ο φούρνος ήταν από πέτρες, και η μεν θολωτή στέγη του από στενό­μακρες (δόντια) το δε πάτωμα και ο γύρος από πλάκες (πλακία). Μπροστά στην πόρτα είχε μια μεγάλη πλάκα πού έπιανε όλο το πλάτος τής πόρτας (έμπροπλάκ') επάνω στην πόρτα είχε καπνοδόχο (ρδανίν) πού έβγαινε από τη στέγη.

Ανάμεσα στή στέγη του φούρνου και στή στέγη του σπιτιού ήταν κενό, κι' εκεί τοποθετούσαν

1.                     Την πιρρίφτεν: ξύλινο φτυάρι με το οποίο έβαζαν και έβγαζαν τα ψωμιά από το φούρνο.

2.                     Την καμάκαν: είδος φαρδιού τσαπιού με το οποίο μάζευαν τα κάρβουνα (τσιλίδια) και τα έβγαζαν.

3.                     Την καταμάγιαν: χοντρό κουρέλι στην άκρη ξύλου για να καταμάσσει, να σκου­πίσει και καθαρίσει το φούρνο, όταν θα είχε ζεσταθεί (θα έξαφτεν).

4.                     Τα τζουντζουρούκια 2—3 λεπτά και μακριά φυντάνια από έλατα ή άλλα δένδρα, γιά νά ανακατώνουν ή μετατοπίζουν τα ξύλα στο φούρνο.

 

Αριστερά ή δεξιά της πόρτας τού φούρνου ήσαν δύο στηρίγματα, επά­νω στα οποία τοποθετούσαν το ζούμωτρον (σκάφη) όπου πρώτα εθόλωναν (ανακάτωναν το αλεύρι με το νερό και το προζύμι) και ύστερα το ζύμωναν και αφού έβαζαν τα ψωμιά στο φούρνο (επίρριφταν) σκέπαζαν το φούρνο, σταύρωναν την πόρτα και έξυαν (καθάριζαν) τη σκάφη με το ζουμοξύστεν (πλάκα από σίδερο).

 Επειδή ο φούρνος ήταν από πέτρες και μάλιστα με­γάλες ήθελε πολλά ξύλα γιά νά ζεσταθεί  είχαν λοιπόν ξεχωριστά ξύλα, τα φουρνόξυλα, γιαρματσάδας, δηλ. μεγάλες σχίζες από κούτσουρα ελάτου.

Το αγιάτ μαζί με το φούρνο και το κελάρι είχε πλάτος 4—5 και μά­κρος 7—8 μέτρα.


Aπό το αγιάτ έμπαινε κανείς στο γέρεβιν είχε πλάτος 5—6 μέτρα και μάκρος 7—8.

Προς το μέρος της δύσης είχε τ' οτζάγ (τζάκι) με πέτρες 2—3 πόν­τους χαμηλότερα από το δάπεδο (πού ήταν από χώμα) και ονομαζόταν παρακαμίν, ο δε πέτρινος γύρος παρακαμόλιθα.

Η καπνοδόχος σε μερικά σπίτια ήταν από πέτρες και σε μερικά με σανίδια (ταγουλπάζ).

Το παρακαμίν ήταν στρωμένο με πλάκες πελεκητές· στο βάθος είχε την εμπροστίαν (πυροστιά) και το ζιντζίρ ή κρεμάστε (αλυσίδα) με κουκάραν (αγκίστρι) άπό την οποία  κρεμούσαν καζάνι με νερό ή φαγί που δεν ήταν ανάγκη να ανακατωθεί το ζιντζίρ ψήλωνε όταν ή φωτιά ήταν δυνα­τή και χαμήλωνε όταν δεν ήταν. Δεξιά και αριστερά τού τζακιού ήσαν ανοί­γματα στον τοίχο (πατχάνια) χωρίς πόρτες.

Εκεί ήταν και η παράφτε σιδερένια όπου τοποθετούσαν τα δαδιά ή το λικμανοστάτε με το λικμάν, αβαθές τετράγωνο πιάτο όπου έκαιαν ψαρέλαιο γιά φωτισμό. Η μασιά (σίδερο) για να συνταυλίζνε τ' άψουμον (συνδαυλί­ζουν τη φωτιά).

Γύρω στο παρακαμίν επαρακάθευαν (έκαμναν νυχτέρι), έκαμναν (έ­γνεθαν) με τ' αδράχτ', έκλωθαν και έπλεκαν ορτάρια ή έραφταν τα τσαρούχια τους ή έλεγαν μασιάλια (παραμύθια).

 Εκεί μέσα στη στάχτη ήταν κρυμ­μένη η Σαχταρομάνα, η εστία των αρχαίων, πού δεν επέτρεπε νά δώσουν φωτιά κατά τη νύχτα, προ πάντων όταν είχαν λεχώνα.

Αριστερά ήταν η κρεβατοθήκα, μεγάλη ντουλάπα με πόρτες όπου τοποθετούσαν τα στρώματα (κρεβάτια) το πρωί. Δεξιά ήσαν τα ταρέζια, 4— 5 ράφια γιά τα πιάτα, χαλκωματένια (σαγάνια, τάσια) ή πήλινα (τσαμουρένια).

Κάτω από αυτά τοποθετούσαν τα πουλούλια (πιθάρια) μεγάλα πήλινα δοχεία γανωμένα με πίσσα για τα στύπα λαχανί και σευτελί (τουρσιά), γιά τα πουλουλάπια (απίδια χονδρά που διατηρούνταν μερικούς μήνες στο νε­ρό) και γιά άλλα τρόφιμα. Πλάγια στα πουλούλια ήσαν χαλκωματένια δοχεία του μαγειρέματος (χαλκά).

Δεξιά ή αριστερά από τα ταρέζια ήταν κρεμασμένο το χουλιαρόν, ξύλι­νο δοχείο όπου έβαζαν τα κουτάλια (χουλιάρια) από πυξάρι κυρίως, αλλά και άλλο ξύλο. Κάτω από το χουλιαρόν ή σε άλλη γωνιά ήταν το σταμνίν με το νερό, και γιά να μη τρυπήσει από την τριβή, ήταν τοποθετημένο σε ξυλένιο βάθρο (το ποδάρ' τή σταμνί).

Προς το μέρος της ανατολής ήταν το αμπάρ', αποθήκη σανιδένια, 4 μέτρα μάκρους και 2,5—3 ύψος. Στα δύο πλάγια είχε ντουλάπες με πόρτες  και στή μέση δυο χωρίσματα (αμπαρομάτια) γιά το σιτάρι , επάνω απ' αυ­τά είχε το σακκονάρ', πάγκο όπου τοποθετούσαν μικρά σακιά, αλεύρι, κα­λαμπόκι, φασόλια ή κορκότα. 

Το επάνω μέρος του αμπαριού, ή στέγη του, πλησίαζε προς τή στέγη του σπιτιού και ονομαζόταν μισάνταρη.

Τα σανίδια του αμπαριού δεν ήσαν καρφωμένα, αλλά συναρμολογημένα  κατά τρόπο, πού επέτρεπε τή διάλυση και τή μεταφορά. Στον πρώτο πό­λεμο μερικοί διέλυσαν τα αμπάρια τους και τα μετέφεραν στα περίχωρα τής Παϊπέρτης.

Το αμπάρι δεν έπιανε όλο το πλάτος του σπιτιού. Άφηνε μέρος ελεύθε­ρο, όπου τοποθετούσαν σεντούκια ή άλλα πράγματα μερικοί μετασκεύασαν το μέρος αυτό σε κελάρι.

Οι τοίχοι δεν είχαν κανένα παράθυρο και ήσαν σουβατισμένοι με λάσπη από το βόρειο και το νότιο τοίχο ο μισός ήταν διπλός, δηλαδή  1 μέτρο πάχος, κι' αυτό γιατί στους τοίχους αυτούς ήταν τοποθετημένη με­γάλη δοκός με διάμετρο 60—70 πόντους (μεσόδοκον) γιά μεγαλύτερη ασφάλεια τις δυο άκρες του δοκού στήριζαν και σε 2 ξύλινους στύλους (στουλάρια).

Επάνω στο μεσόδοκον τοποθετούσαν άλλη δοκό 6—7 μέτρα μάκρος,  σωστό δένδρο, στή δοκό αυτή τοποθετούσαν άλλες λεπτότερες κι' επάνω σ'  αυτές γιαρματσιάδας (σχίζες) ή στρογγύλια μαρτάκια (κυλινδρικά ξύλα),  επάνω σ' αυτά λάσπη και τέλος τα κεραμίδια εγχώριας κατασκευής από τή  θέση Κερχανάδας, τή Πηλιά και τή Χιόνονος.

Δεν πρέπει νά παραξενευθεί κανείς γιά τή σπατάλη τόσης ξυλείας. Τα δάση ήταν κολλητά στα σπίτια και έπρεπε νά κοπούν και νά μεταβληθούν σε κεπία (λαχανόκηπους). Έτσι γερή όπως ήταν ή στέγη, δεν είχε ανάγκη άπό το χιόνι, στήν πλευρά της εξώπορτας τοποθετούσαν ξύλινους κρουνούς (κρενία).

Η στέγη γύρω γύρω στή μέση είχε πέτρες πλακωτές, διότι ό άνεμος κάποτε παρέσυρε τα κεραμίδια μολονότι ήσαν κολλητά στή λάσπη.

Στή μέση τής στέγης ήταν άνοιγμα τετράγωνο 50X50 πόντους, ό φεγ­γίτες άπό τον οποίο φωτίζονταν το σπίτι, είχε σκέπασμα (σύρτεν) πού ά­νοιγε και έκλεινε με τή βοήθεια σχοινιού.

 Το δάπεδο πού ήταν κάτω από το φεγγίτη και γύρω από αυτό ονομαζόταν μεσοχάμ και γιά νά μη βραχεί από το φεγγίτη τοποθετούσαν ξύλινο δοχείο γιά το πλυμίν των αγελάδων, ή κούφα ή το κιλιάκ. Επάνω στον καπνοδόχο ήταν χτισμένο το γαλιάμ με 2 ή περισσότερες τρύπες κοντά στήν κορυφή γιά νά βγαίνει ό καπνός.

Τα περισσότερα τζάκια δεν τραβούσαν τον καπνό, κάπνιζαν και πότι­ζαν τα ξύλα τής στέγης πού γίνονταν κατάμαυρα και άσηπτα διατηρούνταν 80 και 100 ακόμα χρόνια.

Η εξώπορτα έβλεπε προς Β. ή προς Ν. Ήταν από σανίδια 4—5 πόντων με κλειδαριά γερή φτιαγμένη στους σιδεράδες και γιά νά αντέχει στή βία, αντί μεντεσέδες είχε δυο σίδερα μακριά πού έπιαναν σχεδόν όλο το πλάτος τής πόρτας (ζιρζάδας).

 Τα δύο όρθια τελάρα πού συγκρατού­σαν την πόρτα λέγονταν παραστάρια, το επάνω απανωθύρ' (ανώφλι) και το κάτω κατωθύρ' (κατώφλι). Γιά το κατωθύρ' υπήρχε ή πρόληψη ότι άπό αυτό προέρχονταν όλα τα ατυχήματα. Ας σο κατωθύρ'ν ατοίν εν δηλ. από το κατώφλι τους προέρχονταν τα κακά, γρουσούζικο είναι το κατώφλι τους' γι' αυτό και η κατάρα: Ανάθεμα το κατωθύρ'ν άτουν.

Γιά περισσότερη ασφάλεια η πόρτα είχε και σύρτη δηλ. καδρόνι 7X7 πόντους πού την ημέρα χώνευε στον ένα τοίχο τή δε νύχτα τραβιόταν και έμπαινε και στον αντικρινό πού είχε και αυτός τρύπα γιά τον ίδιο λόγο ε­πάνω στήν καταπακτή πάντα ήσαν τοποθετημένα τα χερομύλια.

Στάθης Αθανασιάδης

"Ιστορία και Λαογραφία της Σαντάς"



---


Σχόλια: 0 Εμφανίσεις: 580
Ετικέτα: λαογραφια της σαντάς, τ αγιάτ, το γερεβίν, λαογραφία του πόντου.λαογραφία της σαντάς

Εισάγετε τον κωδικό από την εικόνα 
Το όνομά σας 
E-mail 
(ορατό μόνο στον ιδιοκτήτη του ιστοχώρου)
WWW 

Θέμα

Στο κείμενο μπορείτε να χρησιμοποιείτε Wiki ή HTML tags.



Σανταίοι Μαθηταί εις το εν Τραπεζούντι Φροντιστήριο το σχολικό έτος 1910-1911
Σάντα του Πόντου (Θερισμός 1905)


Κατάχρηση | © Kolobok smiles, Aiwan